Ο μύθος της αξιολόγησης

Στο θέμα της αξιολόγησης θα αναφερθούμε με εκτενές άρθρο στο μέλλον. Προς το παρόν θα αναφερθούμε στα σαθρά επιχειρήματα που κύκλοι του Υπουργείου Παιδείας διοχετεύουν και μερίδα του τύπου ασπάζεται.

Έτσι λοιπόν, διαβάζουμε σε άρθρο της Τασουλας Kαραϊσκακη στην Καθημερινή, το οποίο υπεραμύνεται της εμμονής της Διαμαντοπούλου και της Κάλερ-Χριστοφιλοπούλου στο θέμα της αξιολόγησης:


“Σε μια εποχή που οι εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας τροποποιούν κάθε λεπτό τις ανθρώπινες δυνατότητες, στην Ελλάδα δεν έχουμε καθαρή εικόνα αυτού που λαμβάνει χώρα στις σχολικές αίθουσες…

…Σίγουρα η αξιολόγηση είναι μια πολύπλοκη λεπτή διαδικασία, τρωτή σε ιδεολογίες, κομματικές–συνδικαλιστικές σκοπιμότητες, κοινωνικά πρότυπα, την κυρίαρχη τάση της φρενήρους κούρσας των υψηλών επιδόσεων, που ενισχύει την ανισότητα… Εξαρτάται από τον παράγοντα άνθρωπο, του αξιολογητή, ο οποίος εκφράζει κρίσεις όχι μόνον επί του πλέγματος των σχέσεων, στάσεων, συμπεριφορών που επηρεάζουν τη λειτουργία του σχολείου αλλά και επί των επαγγελματικών ικανοτήτων των εκπαιδευτικών. Ομως δεν θα έπρεπε κάποτε, κάπως, να αρχίσει;

…Δεν χρειάζεται να αξιολογηθούμε, λένε κάποιοι εκπαιδευτικοί, τα αποτελέσματα φαίνονται στις εξετάσεις. Μα ακριβώς στις προαγωγικές εξετάσεις το 30% των μαθητών γράφει κάτω από τη βάση και στις πανελλαδικές το 33% έως 40%! Αλλά θα υπάρχει και γι’ αυτό κάποιο «πειστικό» επιχείρημα.”

Το τι συμβαίνει στις σχολικές αίθουσες το γνωρίζουν όσοι έχουν σχέση με τη δημόσια εκπαίδευση, ανάμεσά τους και οι αυλικοί της Διαμαντοπούλου, αν ποτέ μπήκαν σε σχολική αίθουσα ανάμεσα στις πολλές αποσπάσεις τους. Το δε επιχείρημα ότι “από κάπου πρέπει να αρχίσει το εγχείρημα” αποτελεί προάγγελο της γνωστής προχειρότητας που απλώς καλύπτει τα πραγματικά κίνητρα πίσω από τέτοιες “καινοτομίες”.

Θα σταθούμε όμως ιδιαίτερα στο τελευταίο επιχείρημα της αρθρογράφου, ότι δηλαδή το 30% των μαθητών που γράφει κάτω από τη βάση στις διάφορες εξετάσεις, και παρά την ελαστικότητα που κυριαρχεί στη βαθμολόγηση εδώ και πολλά χρόνια, αποτελεί ένδειξη ανικανότητας των εκπαιδευτικών, στους οποίους και πρέπει να χρεωθεί το ποσοστό αυτό ως αποτυχία.

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν όλοι οι μαθητές, ανεξαιρέτως ικανοτήτων, προσπάθειας, και γιατί όχι και συνθηκών, θα έπρεπε με κάποιον μαγικό τρόπο να υπερβαίνουν τη βάση. Μία τέτοια απαίτηση όχι απλώς αντιβαίνει τις αρχές της στατιστικής, αλλά είναι επικίνδυνη για την κοινωνία. Ακριβώς αυτή η πεποίθηση που καθιστά το μαθητή ανεύθυνο για την όποια επιτυχία ή αποτυχία του είναι που δημιουργεί τον αυριανό ανεύθυνο πολίτη.

Advertisements