Ο Χρήστος Κάτσικας για την επαγγελματική εξουθένωση των εκπαιδευτικών

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Χρήστου Κάτσικα αναλύει το ζήτημα της επαγγελματικής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών. Βέβαια, όπως και πολλά άλλα άρθρα του Κάτσικα, χρωματίζεται από διάφορες αριστερόφρονες εμμονές, όταν ακόμα και τα στοιχεία που παραθέτει συνηγορούν υπέρ διαφορετικών παραμέτρων.

Ξεκινώντας από την αρχή, σωστά θίγεται το γεγονός ότι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μπορεί να είναι εξαιρετικά στρεσσογόνο. Και αυτό δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την Ελλάδα:

“Some reports estimate that nearly 50% of teachers entering the profession leave within the first five years (Alliance for Excellent Education 2004; Ingersoll, 2003; Quality Counts 2000). One explanation of why teachers leave the profession so early in their career might be related to the emotional nature of the teaching profession. For example, teaching is an occupation that involves considerable emotional labor. Emotional labor involves the effort, planning, and control teachers need to express organizationally desired emotions during interpersonal transactions. As such, emotional labor has been associated with job dissatisfaction, health symptoms and emotional exhaustion, which are key components of burnout and related to teachers who drop out of the profession. Research into emotional labor in teaching and other aspects of teachers’ emotions is becoming increasingly important not only because of the growing number of teachers leaving the profession, but also because unpleasant classroom emotions have considerable implications for student learning, school climate and the quality of education in general.”

Βέβαια, σε άλλες χώρες πολλοί επιστήμονες (ή και μή επιστήμονες) έχουν τη δυνατότητα να ακολουθήσουν ένα καλύτερο επάγγελμα, οπότε εύκολα λαμβάνουν την απόφαση να εγκαταλείψουν τη διδασκαλία μέσα στα πρώτα 5 χρόνια. Αντίθετα, στην Ελλάδα, όπου όλες οι υπαρκτές και ενίοτε ανύπαρκτες ειδικότητες αγωνίζονται να μπουν στην εκπαίδευση, κανένας δεν εγκαταλείπει την εκπαίδευση για μία άλλη εργασία, ένα μεγάλο θέμα από μόνο του που σίγουρα θα μας απασχολήσει σε μελλοντικό άρθρο.

Επιστρέφοντας στο άρθρο του Κάτσικα, θίγεται σωστά η εξουθενωτική πλέον οδύσσεια που προηγείται ενός διορισμού στην εκπαίδευση (όχι βέβαια για όλους, όπως έχουμε αποδείξει και με το ζήτημα των “διοριστέων” πριν από λίγο καιρό):

“Ας πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά: η αναμονή του διορισμού, συνήθως πολύχρονη, η αλλεπάλληλη τοποθέτηση σε θέσεις «αναπληρωτή», και οι μετακινήσεις σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου λιπαίνουν το έδαφος της επαγγελματικής εξουθένωσης του εκπαιδευτικού.

Ας αρχίσουμε από τον πτυχιούχο μιας καθηγητικής σχολής ο οποίος ενδιαφέρεται να βρει μια θέση εκπαιδευτικού στη σχολική εκπαίδευση. Και για να μη μιλάμε στον αέρα ας δούμε τι προβλέπει ο νέος νόμος για τις προσλήψεις των εκπαιδευτικών: Ακούστε λοιπόν: τελειώνει κάποιος π.χ τη φιλολογία. Για να έχει τη δυνατότητα απλά να διεκδικήσει μια θέση στη σχολική εκπαίδευση πρέπει να ολοκληρώσει ξέχωρα από τα άλλα τα μαθήματά του ένα εξάμηνο σπουδών εντός ή εκτός των προπτυχιακών του σπουδών για να λάβει Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής Επάρκειας. Μετά από αυτό πρέπει να στοχεύσει σε πιστοποίηση ξένης γλώσσας και χειρισμού Η/Υ καθώς αυτά του προσφέρουν κάποια μόρια. Παράλληλα, πρέπει να επιστρέψει σε φροντιστηριακά θρανία για να μπορέσει να πάρει μέρος σε κάποιον ή σε κάποιους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ. Παράλληλα πρέπει να έχει στο νου του κάποιο μεταπτυχιακό καθώς και αυτό μοριοδοτείται. Ωστόσο όλα αυτά πρέπει να συνδυαστούν με όργωμα της επαρχίας για να μαζευτούν μόρια εφόσον βέβαια έχει εξασφαλίσει μια κάποια χρηματοδότηση από την οικογένεια. Αν όλα αυτά πάνε καλά και η οικογένεια έχει τη δυνατότητα να τον χρηματοδοτεί περίπου 5-10 χρόνια μετά την κτήση του πτυχίου του δίνει στο ΑΣΕΠ, σε έναν διαγωνισμό που είναι τροχός της τύχης και που απαξιώνει το ίδιο του το πτυχίο. Σε περίπτωση που ανήκει στο προνομιούχο 5% περίπου και έχει προβιβάσιμο βαθμό στο διαγωνισμό δεν έχει καθόλου σίγουρο ότι αυτό θα του ανοίξει την πόρτα του σχολείου. Αν ξεπεράσει και αυτό το εμπόδιο και προσληφθεί τότε για δυο χρόνια κινδυνεύει να μετατραπεί σε υπήκοο καθώς θα βρεθεί κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του μέντορα του σχολικού σύμβουλου και του διευθυντή που μπορούν, με βάση το θεσμικό πλαίσιο να τον οδηγήσουν στην αφετηρία με μια αρνητική κρίση. Το νέο αυτό νομοθετικό πλέγμα μπορεί να δημιουργήσει πραίτορες και υπηκόους. Αυτό μπορεί να είναι το έδαφος για να έχουμε μια νέας μορφής επαγγελματική εξουθένωση του εκπαιδευτικού, από τα αποδυτήρια, δηλαδή από τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας.”

Από εδώ και πέρα ξεκινούν οι λανθασμένες αντιλήψεις στο άρθρο του Κάτσικα:

“Οι γονείς είναι δυσαρεστημένοι καθώς πληρώνουν πολύ ακριβά τη φοίτηση των παιδιών τους στην κατ΄ επίφαση δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση. Μάλιστα η δυσαρέσκειά τους τροφοδοτείται δικαίως, ακόμη περισσότερο σήμερα, αφού η «επένδυση» στο σχολικό των παιδιών τους, έχει όλο και λιγότερη «απόδοση» όπως αποδεικνύει η καθημερινή εμπειρία και τα στατιστικά στοιχεία με τους δεκάδες χιλιάδες άνεργους, ετεροαπασχολούμενους και υποαπασχολούμενους πτυχιούχους. Ας τους ρωτήσουμε ποιος νομίζουν ότι φταίει: ο εκπαιδευτικός.”

Ο λόγος που οι γονείς πληρώνουν για φροντιστήρια είναι για να υπερβούν τις φυσικές δυνατότητες του παιδιού τους και να αποφύγουν να ασχοληθούν οι ίδιοι με αυτό. Το αποτέλεσμα είναι να φτάνουν μαθητές στο λύκειο και μετά από χρόνια φροντιστηρίων να μην έχουν αποκτήσει ούτε τις βασικές δεξιότητες. Αυτή η επιμονή των γονέων σε συνδυασμό με την πίεση κομμάτων και συνδικαλιστών είναι που οδήγησε στην απαξίωση των πτυχίων, καθώς τα πανεπιστήμια πολλαπλασιάστηκαν σε μέγεθος και αριθμό μόνο και μόνο για να μοιράσουν περισσότερα πτυχία.

“Οι εκπαιδευτικοί είναι δυσαρεστημένοι γιατί παράλληλα με τα οικονομικά προβλήματα που τους οδηγούν στην αναζήτηση δεύτερης δουλειάς…”

Το ότι διορισμένοι μόνιμοι εκπαιδευτικοί αναζητούν δεύτερη εργασία σε φροντιστήρια και ωρομισθίες είναι αποτέλεσμα απληστίας που χαρακτηρίζει τον κλάδο εδώ και δεκαετίες. Και αυτό με τη σειρά του είναι αποτέλεσμα νοσηρών νοοτροπιών που ενδημούν σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους, και στην περίπτωση των εκπαιδευτικών βρίσκουν πρόσφορο έδαφος γιατί οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν κουράζονται αρκετά στο σχολείο. Κάποιος που πάσχει από επαγγελματική εξουθένωση πηγαίνει στο σπίτι του να ξεκουραστεί και δε γυρίζει πχ στα ΙΕΚ ή στα ΚΕΚ, ή σε διάφορα σπίτια για να προγυμνάζει τους ανεπίδεκτους μαθήσεως.

Στη συνέχεια το άρθρο ασχολείται με επιπλέον αίτια της επαγγελματικής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών:

“2) οι κακές εργασιακές σχέσεις, (μισθός, εξέλιξη, έλλειψη εποπτικού υλικού, η αίσθηση ότι δεν ελέγχει αυτά που συμβαίνουν στο χώρο εργασίας του, η αίσθηση ότι δεν τον λαμβάνουν καθόλου υπόψη στις εκπαιδευτικές αλλαγές , το ραβε – ξήλωνε),

3) Η καλλιέργεια ανταγωνιστικού κλίματος μεταξύ των εκπαιδευτικών, η ανασφάλεια της αρνητικής αξιολόγησης,”

Τα αίτια αυτά οφείλονται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο συνδικαλισμός τους, και όχι στην αρνητική αξιολόγηση, η οποία ουσιαστικά σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός δεν ανήκει στη σωστή φατρία. Άλλωστε, ο μόνος ανταγωνισμός ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς έχει να κάνει με “συναδελφικά μαχαιρώματα”, με αποτέλεσμα ακόμα και στην ίδια (κομματική) παράταξη να υπάρχουν υποπαρατάξεις που μισούνται θανάσιμα. Φαίνεται όμως ότι κανένας Κάτσικας δε γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα, για την οποία μεγάλη ευθύνη φέρει η Αριστερά.

Το κύριο αίτιο της επαγγελματικής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών φαίνεται σε ένα από τα παραδείγματα που αναφέρονται:

“Όταν πήγε για πρώτη φορά σε εσπερινό γυμνάσιο, πριν πολλά χρόνια, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πίστευε ότι οι μαθητές του, αν όχι όλοι οι περισσότεροι, είχαν κάποια βλάβη στον εγκέφαλο. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει πως μετά από μια αναλυτική παρουσίαση του μαθήματος, δεν μπορούσαν να αρθρώσουν κουβέντα. Είχε αρχίσει να καταρρακώνεται καθώς κάθε μέρα όλες του οι προσπάθειες να κάνει όσο το δυνατόν καλύτερο μάθημα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα. Η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών δεν μπορούσε να απαντήσει μετά το τέλος της παράδοσης του μαθήματος σε στοιχειώδεις ερωτήσεις. Σκέφτονταν να φύγει από το σχολείο, αισθανόταν άχρηστος, όταν κάποια στιγμή ένας μαθητής ανέφερε έναν παίκτη του Ολυμπιακού που αυτός αγνοούσε. Στην τάξη τότε άρχισε μια συζήτηση όπου τα παιδιά έλεγαν λεπτομέρειες με ονόματα παικτών διαφόρων ομάδων που αυτός αγνοούσε παντελώς. Στο τέλος ένας μαθητής τον ρώτησε αν μπορούσε να πει το όνομα του τερματοφύλακα του Παναθηναικού ή το όνομα ενός οποιουδήποτε παίκτη. Τότε κατάλαβε. Δεν τον ενδιέφερε εδώ και πολλά πολλά χρόνια οτιδήποτε είχε σχέση με το ποδόσφαιρο και τα αυτιά του ήταν βουλωμένα στα ονόματα των ποδοσφαιριστών. Αυτό συνέβαινε και με τους μαθητές. Δεν μπορούσαν να απαντήσουν σε καμιά ερώτηση του μαθήματος όχι γιατί είχαν βλάβη στον εγκέφαλο αλλά γιατί δεν τους ενδιέφερε καθόλου το μάθημα. Άκουγαν τη φωνή του την ώρα που τους έλεγε το μάθημα ίδια με τον ήχο μιας μοτοσικλέτας ή τους θορύβους που έρχονταν από την αυλή.

Έπρεπε να βρει άλλον τρόπο να μιλήσει στα παιδιά. Έφαγε πολλά μαθήματα για να δοκιμάζει να τους τραβήξει το ενδιαφέρον συζητώντας στην αρχή ότι τους τραβούσε το ενδιαφέρον. Έμεινε πίσω στην ύλη αλλά τα παιδιά άρχισαν να τον εμπιστεύονται και να τον ακούνε. Ο σχολικός σύμβουλος που ήρθε στο σχολείο ζήτησε από όλους τους καθηγητές της ειδικότητας του το βιβλίο ύλης. Είχε μείνει πίσω. Δέχθηκε παρατήρηση.”

Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι τι κάνουν όλοι αυτοί οι μαθητές στο σχολείο. Με ποιόν τρόπο περνούν τις τάξεις; Ποιός τους βαθμολογεί πάνω από τη βάση; Αφού το μόνο που τους απασχολεί είναι το ποδόσφαιρο, γιατί αναγκάζονται να κάθονται σε ένα θρανίο;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο καθηγητής έκανε αυτό που κάνουν όλοι οι εκπαιδευτικοί, προσπαθώντας να περάσει η ώρα και κάνοντας τόσο μάθημα όσο του επέτρεπαν οι συνθήκες. Ο σχολικός σύμβουλος δεν ενέκρινε το γεγονός ότι η ύλη είχε μείνει πίσω, όμως δε θα ενέκρινε και το γεγονός ότι η ύλη ολοκληρώθηκε αλλά στο τέλος οι μαθητές έμειναν στην ίδια τάξη. Αυτό είναι ένα από τα κυριότερα αίτια της επαγγελματικής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών. Φυσικά, ο εκπαιδευτικός του παραδείγματος δεν έκανε αυτό που κάνουν όλοι, να γράφει στο βιβλίο ύλης ότι έκανε πολύ περισσότερα από ότι στην πραγματικότητα…

Advertisements