Ιδιωτικά πανεπιστήμια στα Βαλκάνια

Ενώ στην Ελλάδα τα κρατικά πανεπιστήμια καταβαραθρώνονται στις παγκόσμιες κατατάξεις και γίνονται περίγελως του πολιτισμένου κόσμου χάρη στο άσυλο ανιάτων αριστεριστών, στις άλλες χώρες της ευρύτερης βαλκανικής περιοχής τα ιδιωτικά πανεπιστήμια έχουν κάνει πολλά βήματα μπροστά, βήματα που τα κρατικά πανεπιστήμια των χωρών αυτών δεν είχαν καταφέρει μέχρι τώρα.

Ας αρχίσουμε από τη Βουλγαρία, για την οποία διαβάζουμε σε άρθρο της Καθημερινής:

“Πατώντας γερά στις παραδοσιακές σχέσεις με τα κράτη του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, η Βουλγαρία δομεί στέρεες γέφυρες και προς τα εκπαιδευτικά συστήματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Το ίδιο δείχνουν να κάνουν και άλλες γειτονικές της Ελλάδας χώρες, είτε μέσα από τις συνεργασίες εγχώριων πανεπιστημίων με ΑΕΙ της Δύσης είτε με την αυτόνομη λειτουργία δυτικών ΑΕΙ σε κάθε χώρα. Αντίθετα, η Ελλάδα προσκολλημένη στις αγκυλώσεις του θεσμικού πλαισίου αλλά και λόγω της εσωστρέφειας της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας δείχνει ότι δεν αντιλαμβάνεται τον ρόλο που μπορεί να παίξει μία περιφερειακή χώρα στο διεθνές, ιδιαίτερα ανταγνωστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Η είδηση ότι το American University of Bulgaria βρέθηκε στην πρώτη θέση των βουλγαρικών ΑΕΙ έπειτα από αξιολόγηση του υπ. Παιδείας της χώρας εντυπωσιάζει για τα γρήγορα βήματα που έχουν κάνει οι γείτονές μας. Το American University of Bulgaria ιδρύθηκε στο Μπλαγκόεβγκραντ, μια επαρχία στη νοτιοδυτική Βουλγαρία. Το πανεπιστήμιο εγκαταστάθηκε στο κτίριο που -προ 1989- φιλοξενούσε τα τοπικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας. Οπως έγραψε η εφημερίδα International Herald Tribune, το πανεπιστήμιο προσελκύει φοιτητές από το πρώην ανατολικό μπλοκ, δηλαδή από χώρες της κεντρικής Ασίας, την Ουκρανία, τη Μολδοβία, τη Λευκορωσία και τα Βαλκάνια.”

Αυτά τη στιγμή που το αντίστοιχο Ελληνικό κρατικό εγχείρημα με τη βαρύγδουπη ονομασία “Διεθνές Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης” δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα σεβαστό όνομα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ούτε εντός των συνόρων!

Βέβαια, το American University of Bulgaria μπόρεσε να επιτύχει γιατί δεν είχε την αντιμετώπιση που είχαν στην Ελλάδα αντίστοιχα ιδρύματα, όπως για παράδειγμα το Hellenic American University, εναντίον του οποίου η Διαμαντοπούλου κήρυξε προσωπικό πόλεμο.

Εκτός όμως από τη Βουλγαρία, και η Τουρκία δεν τα πηγαίνει καθόλου άσχημα:

“Στην Τουρκία, επίσης, φημισμένο είναι το ιδιωτικό πανεπιστήμιο Μπίλκεντ στην Αγκυρα, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πολυεθνικό χωριό», καθώς μεγάλο μέρος του διδακτικού του προσωπικού κατάγεται από το εξωτερικό -42 χώρες- ενώ οι φοιτητές είναι από 72 χώρες. Ταυτόχρονα, οι συνεργασίες των τουρκικών ιδρυμάτων με ευρωπαϊκά και αμερικανικά ΑΕΙ αποτελούν μέσο ανάπτυξης και βελτίωσης της ποιότητας των εγχώριων ιδρυμάτων τα οποία έχουν κατορθώσει να προσελκύσουν πανεπιστημιακούς από το εξωτερικό, μειώνοντας επίσης το κύμα φυγής Τούρκων φοιτητών και επιστημόνων από τη χώρα.”

Για όσους δε γνωρίζουν γιατί πρέπει να μας απασχολεί το Μπίλκεντ, πρόκειται για το Τουρκικό πανεπιστήμιο που ανέβηκε στα κορυφαία πανεπιστήμια της διεθνούς κατάταξης, όπου δε βρίσκεται κανένα από τα δημοκρατικά και δημόσια Ελληνικά πανεπιστήμια:

“Δύο τουρκικά πανεπιστήμια, το ιδιωτικό αγγλόφωνο Μπίλκεντ (Bilkent Univer-sity) και το κρατικό αγγλόφωνο Πολυτεχνείο της Μέσης Ανατολής (Middle East Technical University-METU) περιλαμβάνονται εφέτος στον κατάλογο των διακοσίων κορυφαίων πανεπιστημίων που εκδίδει περιοδικώς το Times Higher Education Supplement. Το Μπίλκεντ βρίσκεται στην 112η θέση, ενώ το METU στην 183η. Η παρουσία δύο τουρκικών πανεπιστημίων υπογράμμισε με τον τρόπο της την παντελή απουσία ελληνικών πανεπιστημίων από τον σχετικό κατάλογο.

Πού στηρίζεται όμως αυτή η επιτυχία; Δεδομένου του διαλόγου για την αναμόρφωση της ανωτάτης παιδείας στην Ελλάδα, αξίζει να εγκύψει κανείς στον τρόπο με τον οποίο τα κορυφαία τουρκικά πανεπιστήμια επιδιώκουν την ακαδημαϊκή αριστεία. Κλειδί αποτελεί η αξιολόγηση του διδακτικού προσωπικού. Κάθε καθηγητής κρίνεται ετησίως βάσει τόσο της διδακτικής του επάρκειας, όσο και του ερευνητικού του έργου. Η επιτυχής διδασκαλία και το πλούσιο ερευνητικό έργο αποτελούν προϋπόθεση για την μονιμοποίηση και προαγωγή στα δημόσια ιδρύματα, ακόμη και για την ανανέωση της σύμβασης εργασίας στα ιδιωτικά.

Για την κρίση του διδακτικού έργου λαμβάνονται υπ’ όψιν και οι απόψεις των φοιτητών οι οποίες υποβάλλονται γραπτώς και ανωνύμως στο τέλος του εξαμήνου και γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας υπό συνθήκες που εγγυώνται το αδιάβλητο της διαδικασίας. Τα αποτελέσματα της φοιτητικής αξιολογήσεως αναρτώνται στις σχετικές ιστοσελίδες των μαθημάτων και είναι προσβάσιμες σε όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα.

Οσον αφορά το ερευνητικό έργο, αυτό θεωρείται εξίσου σημαντικό με το διδακτικό. Το πανεπιστήμιο διαθέτει στα μέλη του την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή (βιβλιοθήκες, πρόσβαση σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων κ.λπ.), καθώς και τον αναγκαίο χρόνο για τη διεξαγωγή της έρευνας και τη συγγραφή των πορισμάτων της. Για τη διασφάλιση του ποιοτικού ελέγχου του ακαδημαϊκού έργου προτεραιότητα λαμβάνουν οι δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, τα οποία έχουν συμπεριληφθεί στους δείκτες SCI, SSCI και AHCI του κορυφαίου παγκοσμίως οίκου πιστοποίησης Thomson Scientific. Η διδασκαλία και η έρευνα σε γλώσσες άλλες από την τουρκική -αγγλική κυρίως, αλλά και γαλλική και γερμανική- δεν θεωρείται προσβολή της εθνικής αξιοπρέπειας, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργό συμμετοχή των πανεπιστημίων στις διεθνείς ακαδημαϊκές εξελίξεις.”

Φαίνεται όμως ότι στην Τουρκία κάνουν και άλλα πράγματα διαφορετικά από την Ελλάδα, και ένα από αυτά είναι να δίδεται η δυνατότητα στη μέση οικογένεια να δει το παιδί της να επιτυγχάνει επιστημονικά χωρίς να πρέπει να περάσει από τις συμπληγάδες της Αριστεράς και των πολιτικών και οικονομικών τζακιών:

“η επιτυχημένη λειτουργία των κορυφαίων τουρκικών πανεπιστημίων οφείλεται και στην άνθηση του θεσμού των προτύπων σχολείων. Τα πρότυπα δημόσια σχολεία μέσης εκπαίδευσης (Anadolu Liseleri) τα οποία λειτουργούν σε κάθε πρωτεύουσα νομού τροφοδοτούν κάθε χρόνο με χιλιάδες αριστούχους την τουρκική ανώτατη παιδεία. Αντίθετα με ό,τι ίσως πιστεύεται, οι καλύτεροι φοιτητές των τουρκικών ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν είναι συνήθως απόφοιτοι ιδιωτικών σχολείων και γόνοι της οικονομικής και πολιτικής ελίτ της χώρας, αλλά απόφοιτοι προτύπων δημοσίων σχολείων και γόνοι μεσοαστικών και μικροαστικών οικογενειών που σπουδάζουν ως υπότροφοι.”

Το γεγονός ότι η Τουρκία κατάφερε να κάνει τόσα βήματα ενώ η Ελλάδα παραμένει προσκολλημένη στην απέχθεια για την αριστεία, στην αναγωγή συγκεκριμένων κύκλων κρατούντων σε μία ιδιόμορφη μορφή αριστοκρατίας και στα εφευρήματα του “ασύλου” και του “δημοκρατικού και δημόσιου πανεπιστημίου” θα έπρεπε να προβληματίσει βαθιά την Ελληνική κοινωνία, που βλέπει με απάθεια τη χώρα να μετατρέπεται σε φτωχό συγγενή των άλλων Βαλκανικών χωρών.

Advertisements