"Έρευνα" στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η οικονομική κρίση και οι περικοπές που αυτή έφερε στις υποτυπώδεις παροχές των Ελληνικών πανεπιστημίων στους φοιτητές τους έγιναν αιτία για να διευρυνθεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για θέματα που στους παροικούντες στην εκπαιδευτική Ιερουσαλήμ ήταν γνωστά εδώ και δεκαετίες, και στη συγκεκριμένη περίπτωση για θέματα που αφορούν τα υποτιθέμενα “ερευνητικά προγράμματα”.

Διαβάζουμε λοιπόν για το Πανεπιστήμιο Αιγαίου:

“Γράφει η Ανθή Παζιάνου/ εφημερίδα Τα ΝΕΑ της ΛΕΣΒΟΥ

“ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΡΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΙΝΕΙ” ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ; – Χιλιάδες ευρώ στους εαυτούς τους!

– Από τη μία συνεχίζονται με δραματικό τρόπο οι περικοπές σε διδάσκοντες και παροχές στους φοιτητές κι απ’ την άλλη μια μικρή ελίτ απολαμβάνει παχυλότατες αμοιβές μέσα από τη διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων

Πανεπιστήμιο “δυο ταχυτήτων” φαίνεται ότι έχει αρχίσει να γίνεται το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της περιοχής μας. Στη μια ταχύτητα ανήκουν όσοι πλήττονται άμεσα απ’ τις περικοπές στην Ανώτατη Εκπαίδευση και στη δεύτερη όσοι εξακολουθούν να απολαμβάνουν “παχυλές” αμοιβές από ευρωπαϊκά – κυρίως – προγράμματα, τα οποία όλως παραδόξως οι ίδιοι αναθέτουν στους εαυτούς τους να διαχειριστούν. Μια προσεκτική ματιά στο “Διαύγεια” όπου δημοσιεύονται υποχρεωτικά πλέον όλες οι αποφάσεις, πείθει για του λόγου το αληθές. Τα τελευταία δυο χρόνια υψηλόβαθμα στελέχη του Ιδρύματος λαμβάνουν ξανά και ξανά χιλιάδες ευρώ, με όλες τις νόμιμες διαδικασίες. Τα ποσά αυτά προέρχονται από τη διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων και καλώς έρχονται στο Πανεπιστήμιο. Αντί όμως να διαχέονται σε δράσεις και πρωτοβουλίες επ’ ωφελείας όλης της ακαδημαϊκής κοινότητας, υπάρχει βάσιμη υποψία ότι πάνε σε μεγάλο βαθμό στις τσέπες ολίγων “πατρίκιων”, που είναι οι ίδιοι ταυτόχρονα και ελέγχοντες των εαυτών τους. Οι υποψίες αυτές ενισχύθηκαν απ’ τη στάση του Πρύτανη Π. Τσάρτα, που όταν απευθυνθήκαμε σ’ αυτόν για το θέμα, δεν θέλησε να δώσει καμιά πληροφορία και διευκρίνιση και τελικά μας έκλεισε το τηλέφωνο. Απ’ τη μεριά μας ευχόμαστε να έχουμε άδικο εμείς και όχι η διοίκηση του Πανεπιστημίου και προς τούτο άλλωστε αναμένουμε με ενδιαφέρον την όποια απάντηση του Ιδρύματος που με στοιχεία θα τεκμηριώνει ότι κάτι άλλο συμβαίνει. Κάτι που θα μπορούσε να έχει κάνει απ’ την Παρασκευή ο κ. Τσάρτας, αντί να κλείνει τα τηλέφωνα σε δημοσιογράφους όταν τον ρωτούν για σοβαρά θέματα.

Ειδικότερα:

Την ίδια ώρα που το Πανεπιστήμιο Αιγαίου καταφέρνει να πετυχαίνει πολύ σημαντικές απορροφήσεις ερευνητικών ευρωπαϊκών προγραμμάτων εκατομμυρίων ευρώ, να οργανώνει πλήθος θερινών σχολείων, να ετοιμάζει προγράμματα εξ αποστάσεως διδασκαλίας, να διεκδικεί μερίδιο της ζήτησης για μεταπτυχιακές σπουδές, αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα στις προσλήψεις καθηγητών και συμβασιούχων και στην αναβάθμιση των παροχών του στους φοιτητές (το τελευταίο μετά τις δραματικές περικοπές των χρηματοδοτήσεων της Πολιτείας).

Μια πιο προσεκτική ματιά, ωστόσο, στο ηλεκτρονικό σύστημα “Διαύγεια”, δείχνει ότι η κρίση δεν αγγίζει το ίδιο όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα. Υπάρχει και μια ελίτ που απολαμβάνει παχυλότατες αμοιβές ως διαχειρίστρια ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Φέτος είναι πολύ πιθανό να μην δοθούν καθόλου πιστώσεις για συμβασιούχους διδάσκοντες με βάση το ΠΔ 407/80, γεγονός που σημαίνει ότι δεκάδες μαθήματα δεν θα προσφερθούν και τμήματα δεν θα μπορούν να ολοκληρώσουν το πρόγραμμά σπουδών τους. Επιπλέον, το περιβόητο “σχέδιο Αθηνά” θεωρείται βέβαιο ότι θα συμπεριλάβει και την κατάργηση ή συγχώνευση τμημάτων του περιφερειακών πανεπιστημίων, απειλώντας έτσι και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Τα ερευνητικά προγράμματα

Την ίδια στιγμή, το Πανεπιστήμιο διαχειρίζεται εκατομμύρια ευρώ τα οποία του έχουν δοθεί από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους μέσω ερευνητικών προγραμμάτων. Τα προγράμματα αυτά απαιτούν διαχείριση σε επίπεδο πανεπιστημίου (δηλαδή εκτός από τα μέλη ΔΕΠ και την ερευνητική ομάδα που εργάζονται στο κάθε ερευνητικό έργο απαιτείται και μία διοικητική δουλειά, η οποία γίνεται στο επίπεδο της επιτροπής ερευνών του κάθε ΑΕΙ). Γι’ αυτή τη διαχείριση η αρμόδια Επιτροπή για τις Έρευνες, χρεώνει κάθε έργο με ένα ποσοστό της τάξεως του 15 – 20% και πολλές φορές και 25%, με το αιτιολογικό της προσφοράς διαχειριστικών γνώσεων και υπηρεσιών προς τους επιστημονικούς υπευθύνους των ερευνητικών έργων.

“Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει;”

Τα χρήματα αυτά αναμένονταν ότι θα διαχέονταν στην πανεπιστημιακή κοινότητα με τη μορφή υποτροφιών σε φοιτητές, αυτοχρηματοδοτούμενων ερευνών ή στην πρόσληψη προσωπικού για τη διοικητική διαχείριση αυτών των έργων. Ο συγκεκριμένος έλεγχος, ωστόσο, “απουσιάζει”, καθώς αρμόδιο για την ποιότητα των υπηρεσιών και τη διάχυση των χρημάτων είναι κάθε φορά κάποιο από τα υψηλόβαθμα στελέχη του Πανεπιστημίου.

Βάσει των αποφάσεων που αναρτώνται στο “Διαύγεια” (και είναι προσβάσιμες σε όλους), από το 2011 “τρέχουν” συνεχώς προγράμματα που μοιράζουν σε “αξιωματούχους” του Ιδρύματος δεκάδες χιλιάδες ευρώ και υπογράφονται από τους ίδιους! Το ερώτημα, λοιπόν, είναι: Ποιοι ωφελούνται τελικά π’ όλο αυτό τον πακτωλό χρημάτων: Η ακαδημαϊκή κοινότητα στο σύνολό της ή μόνο μια μικρή ελίτ; Οι πιστώσεις από τα ευρωπαϊκά κονδύλια μπορεί να είναι καθ’ όλα νόμιμο να διαχειρίζονται απ’ τους κατά νόμο υπεύθυνους. Ωστόσο είναι ηθικό οι ίδιοι που ορίζουν τους ανάδοχους, τις περισσότερες φορές να είναι και οι ανάδοχοι των προγραμμάτων;

Στην “κόψη του ξυραφιού”

Ενώ λοιπόν, το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει καθημερινά προβλήματα βιωσιμότητας, με τις παροχές στους φοιτητές (σίτιση – στέγαση) να υποβαθμίζονται ολοένα και περισσότερο και τα νοικοκυριά να αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν σπουδές 4 χρόνων στην ακριτική περιφέρεια, οι εν λόγω πιστώσεις από τα προγράμματα δεν καταβάλλονται ούτε σε υποτροφίες (που ειδικά σε τέτοιες εποχές θα ήταν πραγματικά κίνητρο για την έλευση φοιτητών), ενώ ελάχιστα έως καθόλου χρήματα δίνονται για αυτοχρηματοδοτούμενες έρευνες και ελάχιστοι νέοι υπάλληλοι προσλαμβάνονται για να διεκπεραιώσουν τη δουλειά που προκύπτει από την ανάληψη νέων ερευνητικών έργων. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι από φέτος, όπως σημειώνει και η φοιτητική παράταξη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, οι φοιτητές θα πρέπει να υποβάλλουν αίτηση, καταθέτοντας συγκεκριμένα δικαιολογητικά για να σιτιστούν δωρεάν, όταν τα τελευταία 8 χρόνια, η σίτιση ήταν δωρεάν για όλους.

Ένα παράδειγμα

Ένα μέλος ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Αιγαίου υποβάλλει μία πρόταση έρευνας σε έναν φορέα, η οποία χρηματοδοτείται κατά 75% συνήθως από ευρωπαϊκούς και κατά 25% από εθνικούς πόρους. Έστω ότι η πρόταση αυτή αξιολογείται θετικά και χρηματοδοτείται με ένα ποσό της τάξεως των 200.000 ευρώ (που είναι και ένας μέσος όρος χρηματοδότησης). Από αυτά τα 200.000 η Επιτροπή Ερευνών χρεώνει 20% “διαχειριστικά κόστη” (δηλαδή για το εν λόγω παράδειγμα 40.000 ευρώ). Από το έργο αυτό λοιπόν δεν θα πληρωθεί μόνο ο κύριος ερευνητής και η ερευνητική του ομάδα, αλλά θα πληρωθούν και οι.. “ειδήμονες”. Τέτοιες περιπτώσεις παρουσιάζονται σε πολλές αποφάσεις του Πανεπιστημίου. Ωστόσο ο Πρύτανης του Ιδρύματος απ’ τον οποίο ζητήσαμε ένα σχόλιο δεν θέλησε να μας πει τίποτα επ’ αυτού.

“Λεφτά υπάρχουν”

Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία δύο χρόνια, λόγω της καθυστέρησης της απορρόφησης προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, “έπεσαν” μαζεμένα χρήματα στο πεδίο της έρευνας και αυτό εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί μέχρι το 2015. Όλα αυτά όμως, τη στιγμή που οι συμβασιούχοι διδάσκοντες έχουν μειωθεί δραστικά (με περαιτέρω μείωση, σχεδόν εξαφάνιση για την καινούρια ακαδημαϊκή χρονιά) με επιπτώσεις στα προγράμματα και βεβαίως στην ποιότητα των σπουδών και που ακόμα και αυτοί που έχουν παραμείνει εργάζονται με ελάχιστα χρήματα, τη στιγμή που φοιτητές δε φοιτούν γιατί δεν έχουν χρήματα να ζήσουν μακριά από το σπίτι τους, γεγονός που καθρεφτίστηκε και στις φετινές βάσεις.

Σε μια περίοδο που για την υπόλοιπη κοινωνία είναι περίοδος ισχνών αγελάδων, που οι διδάσκοντες απολύονται, οι απόφοιτοι γυρίζουν την πλάτη στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και η τοπική κοινωνία χάνει έσοδα από την παρουσία των φοιτητών εδώ, αντί, κατά τη γνώμη μας, το πανεπιστήμιο να ασκήσει κοινωνική πολιτική δίνοντας υποτροφίες, ενισχύοντας τη μέριμνα, προσλαμβάνοντας διδάσκοντες για να διατηρήσει το επίπεδο σπουδών, αφήνει αυτά τα “έξτρα ποσά” να δίνονται ως πρόσθετες αμοιβές σε “αξιωματούχους” του Ιδρύματος.”

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν η δημοσιογραφική έρευνα αναζητήσει και το ποιό είναι το περιεχόμενο αυτών των ερευνητικών προγραμμάτων.

Advertisements