Η περίπτωση Κατίδη

Ο χαιρετισμός του Κατίδη στο γήπεδο απασχόλησε ιδιαίτερα την επικαιρότητα, καθώς ο ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας ποδοσφαιριστής απηύθυνε στην κερκίδα έναν χαιρετισμό που ο ίδιος θεώρησε πως είναι δημοφιλής.

Ο χαρακτηρισμός του Κατίδη ως νεοναζιστή και χρυσαυγίτη έδωσε συνέχεια σε μία άνευ προηγουμένου πολεμική, στην επιβολή κυρώσεων, αλλά και στις δραματικές δηλώσεις αποτροπιασμού εκ μέρους διαφόρων “υπευθύνων”.

Ανάμεσα στα άλλα που ειπώθηκαν εντύπωση προκαλεί ο ισχυρισμός πως οι αθλητές πρέπει να αποτελούν πρότυπα για την κοινωνία, τη στιγμή που μόνο ένας τραγικά ηλίθιος θα περίμενε πως ο μέσος ποδοσφαιριστής κατέχει την απαραίτητη μόρφωση ώστε να αποτελεί πρότυπο λόγου και διαπαιδαγώγησης.

Έτσι, μία χειρονομία που κανονικά θα περνούσε απαρατήρητη σε ένα χώρο συνηθισμένο σε πολύ χειρότερα έγινε αφετηρία καταγγελίας του νεοναζισμού και του δήθεν υφέρποντος γηπεδικού αντισημιτισμού.

Όμως ένα αντίστοιχο και χρονικά κοντινό περιστατικό δεν έλαβε την ίδια έκταση:

“…Τούτη η εικόνα μας έρχεται στο νου, διαβάζοντας την είδηση της αισχρής λεκτικής, ρατσιστικής επίθεσης, την οποία υπέστησαν Πολωνίδες σε τουρνουά τένις στην πόλη Ελάτ του Ισραήλ.

Το τουρνουά έλαβε χώρα στα πλαίσια του Fed Cup – Europe Africa Zone Group 1 τον Φεβρουάριο, οπότε και η πολωνική ομάδα αντιμετώπιζε την αντίστοιχη του Ισραήλ. Η πολωνική ομάδα αποτελούμενη από τις αδερφές Radwanska, έγινε δέκτης της άγριας ρατσιστικής επίθεσης του ισραηλινού πλήθους, το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνος, δεν έπαψε να κραυγάζει με ταλμουδικό μίσος: «καθολικές σκύλες»!

Η μία εκ των αδερφών, η Agnieszka Radwanska, υπήρξε έξαλλη από τη χυδαία επίθεση των εβραίων θεατών, αρνούμενη να κάνει δηλώσεις στη συνέντευξη Τύπου μετά το παιχνίδι, παρά μόνο εξέφρασε την έντονη απογοήτευσή της από τη στάση του διαιτητή και την ανοχή του απέναντι στις προσβλητικές κραυγές του εβραϊκού πλήθους. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση βέβαια, προκαλεί το γεγονός της αποσιωποίησης του γεγονότος από τα πολωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενώ το πολωνικό υπουργείο των Εξωτερικών, επέλεξε να τηρήσει σιγήν ιχθύος, αρνούμενο να προβεί στην οποιαδήποτε διαμαρτυρία!

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Πολωνίδα αθλήτρια είναι χριστιανή και περήφανη γι’ αυτό. Είχε μάλιστα λάβει μέρος στην καμπάνια υπό τον τίτλο «δε ντρέπομαι για τον Ιησού», η οποία στόχευε στην ενθάρρυνση των νέων κυρίως Πολωνών, να διακηρύσσουν με περηφάνια την θρησκευτική τους πίστη. Προφανώς αυτό το «βεβαρυμμένο» της παρελθόν, δε συγχώρησαν οι «κριτές των πάντων» εβραίοι, οι οποίοι φρόντισαν να δείξουν το μίσος τους απέναντί της, σε όλο του το βάθος.

Δε χρειάζεται να αναφέρουμε τι θα είχε συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία το ίδιο αυτό γεγονός, είχε συμβεί από την αντίστροφη πλευρά. Εάν δηλαδή, θύματα της ρατσιστικής επίθεσης ήταν εβραίες αθλήτριες. Άπαντες σήμερα θα μιλούσαν για ακραίο και επικίνδυνο αντισημιτισμό, ενώ τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα υπήρξαν οι ενορχηστρωτές μιας ευρείας καμπάνιας κατά του ευρωπαϊκού αντισημιτισμού και ρατσισμού.”

Η διαφορά των δύο γεγονότων είναι ότι στη μία περίπτωση υπήρξε μία στιγμιαία χειρονομία στην οποία δόθηκαν τεράστιες διαστάσεις, στην άλλη όμως περίπτωση υπήρξε συντονισμένη επίθεση από το πλήθος υπό την ανοχή αρχών και διαιτητών αλλά και περίεργη αποσιώπηση εκ μέρους του τύπου.

Αυτού του είδους οι παρεμβάσεις επιδιώκουν να μεταλλάξουν το εθνικό και θρησκευτικό φρόνημα των Χριστιανικών κρατών και ο ρόλος των κυβερνώντων θα πρέπει να προβληματίσει τους ψηφοφόρους.

Advertisements