Τι συμβαίνει στη Νορβηγία

Για πολλά χρόνια οι Σκανδιναβικές χώρες αποτελούσαν ένα κορυφαίο πρότυπο για τον φτωχό Ευρωπαϊκό Νότο και φυσικά για την πεινασμένη Ελλάδα: Κοινωνική ηρεμία, ευημερία, πλούτος, άνετη ζωή…

Όμως, πίσω από αυτή την εικόνα μια άλλη πραγματικότητα έκανε την εμφάνισή της, σε μεγάλο βαθμό αθέατη στη μακρινή Ελλάδα. Οι Σκανδιναβές τουρίστριες που κατέφθαναν στα νησιά προκειμένου να επιδοθούν σε ξεπέτες και να δείξουν πόσο απελευθερωμένοι είναι στην Ευρώπη αντιπροσώπευαν μια σταδιακή μετάλλαξη της κοινωνίας των Σκανδιναβικών χωρών σε αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως επικράτηση του μαρξιστικού εισοδισμού. Από την επέλαση του φεμινισμού, μετά της ομοφυλοφιλίας και στη συνέχεια του αντιρατσισμού, φτάσαμε στο σήμερα, όπου ολόκληρες πόλεις έχουν χάσει την ταυτότητά τους και έχουν ουσιαστικά παραδοθεί σε έγχρωμους και μωαμεθανούς, ενώ την ίδια στιγμή ετοιμάζεται το επόμενο βήμα της υποδούλωσης μέσω της επιβολής του ηλεκτρονικού χρήματος.

Αυτή η εξέλιξη είχε προετοιμαστεί δεκαετίες πριν, όταν στα πλαίσια της αντιχιτλερικής υστερίας οι χώρες αυτές απεκύρητταν τον εθνικισμό σε όλες τις μορφές του. Ένας Νορβηγός μας δίνει λεπτομέρειες για την πραγματικότητα αυτή, που στην Ελλάδα γνωρίζουμε μόνο από ελεύθερες φωνές που το ντόπιο κατεστημένο δεν θέλει να ακούγονται:

“[…]Το σκεπτικό μιας Εθνικιστικής, Φασιστικής και Εθνικοσοσιαλιστικής «συνεργασίας» με το σύστημα με σκοπό την προώθηση των Ιδεών μας είναι ένα δοκιμασμένο και χωρίς κάποια ιδιαίτερη επιτυχία, εγχείρημα. Αυτό γίνεται ακόμη περισσότερο αντιληπτό από τα σχόλια διάφορων κοινωνικών ανθρωπολόγων· κάθε επαναστατικό κίνημα, όταν προσπαθεί να «ενσωματωθεί» στο σύστημα, στα πλαίσια της πολιτικής ομαλότητας, οφείλει να υιοθετήσει μία συγκεκριμένη τακτική. Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις: Η μία είναι η επιδίωξη ισχυρότερης λαϊκής υποστήριξης, χρησιμοποιώντας ήπιο πολιτικό λόγο, εγκαταλείποντας όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο τον επαναστατικό πυρήνα των ιδεών του. Η άλλη είναι να παραμείνει πιστό στις βασικές αξίες της ιδεολογίας του διατηρώντας τον επαναστατικό του λόγο, που έχει όμως σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη λαϊκή υποστήριξη. Το σύστημα είναι εκ φύσεως αδύνατον να δεχθεί να συνεργαστεί με ένα πραγματικό φασιστικό/εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό κόμμα. Για να μπορέσει να ισχυροποιηθεί και να έχει μια ευρύτερη απήχηση στις μάζες, το κόμμα θα πρέπει να εγκαταλείψει μέρος των ιδεών του και να υιοθετήσει έναν πιο «μετριοπαθή» πολιτικό λόγο, προκειμένου να αποτελέσει ένα κατάλληλο συνεργαζόμενο εταίρο σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Αν δεν ρίξει τους τόνους, κανένα από τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα δεν θα επιθυμεί τη σύναψη πολιτικών δεσμών μαζί του. Έτσι, θα πρέπει να αποκτήσει τη πλειοψηφία μόνο του χωρίς καμία συνεργασία. Ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και επισφαλές.

Εν κατακλείδι: Tο σύστημα είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια για πραγματική αλλαγή να είναι σχεδόν αδύνατη. Το σύστημα δεν επιτρέπει καμία ουσιαστική αλλαγή στον εαυτό του. Σε περίπτωση που κάποιο – μη ελεγχόμενο – κόμμα θα επιχειρούσε να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινοβουλευτικής πολιτικής σκηνής, θα υπήρχε άμεση αντίδραση εκ μέρους του συστήματος με ολέθριες συνέπειες για όποιον θα επεδίωκε κάτι τέτοιο. Οι συνέπειες θα οδηγούσαν – χωρίς να περιορίζονται αποκλειστικά – σε: Οικονομικό αποκλεισμό από άλλες χώρες, πολιτικό και κοινωνικό εξοστρακισμό ακόμη και – στο χειρότερο σενάριο – στρατιωτικές επιθέσεις «χειρουργικής ακριβείας» από άλλα έθνη. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, κάθε φιλότιμη προσπάθεια ενός τέτοιου κόμματος που θέλει να συμμετάσχει στη πολιτική σκηνή, εναρμονιζόμενο με τους υπάρχοντες πολιτικούς κανόνες, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. ΑΛΛΑ, αυτό δεν σημαίνει ότι αισθάνομαι πως θα πρέπει να απέχουμε από την πολιτική. Πέρα από αυτό, υποστηρίζω και προωθώ δραστηριότητες σε όλα τα μέτωπα: ακόμη και εντός του διαφθαρμένου συστήματος. Στη χειρότερη περίπτωση, δεν θα υπάρξει κάποιο θετικό αποτέλεσμα· αλλά και σε αυτό το σενάριο, υπάρχει πάντα οι πιθανότητα να ρίξεις λίγο φώς στα ψεύδη του συστήματος και να το εκθέσεις στα μάτια του κόσμου· με το να φανερώσεις ότι η Δημοκρατία είναι μια ρηχή λέξη και στη πραγματικότητα ένα τυραννικό ολοκληρωτικό καθεστώς, που δεν ανέχεται την αλήθεια και μας στερεί την ελευθερία να αντιπροσωπεύσουμε τις αξίες και την ηθική της Ιδεολογίας μας. Έτσι, θα μπορούσαμε ίσως να αντιστρέψουμε τους όρους προς όφελός μας. Τι είναι, άλλωστε, αυτό που πραγματικά θέλουμε; Να επισημάνουμε το δικαίωμα μας εκφράσουμε τους εαυτούς μας και να εκφέρουμε τις απόψεις μας.

Η δημοκρατία, πράγματι, δεν είναι η λειτουργία των αποκλειστικά σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αλλά ένα ουδέτερο εργαλείο, κατασκευασμένο σύμφωνα με το ελληνικό πρότυπο της συμμετοχής του πλήθους και της έκφρασης μιας διαφορετικής άποψης, με το λόγο και όχι δια της βίας. Βάζοντας μας συνεχώς εμπόδια προκειμένου να μην έχουμε θέση στη πολιτική σκηνή, λαμβάνουν ουσιαστικά το ρόλο μια ολοκληρωτικής δύναμης, με συνέπεια να μας δίνουν την ευκαιρία να επικαλούμαστε τη δημοκρατία προκειμένου να εισακουστεί η φωνή μας. Κατ’ αυτό τον τρόπο είμαστε εμείς οι καταπιεσμένοι· είμαστε εμείς που γινόμαστε στόχοι μιας συνεχούς επίθεσης και που δεν μας επιτρέπεται να συμμετέχουμε ακόμη και όταν τηρούμε τους … δημοκρατικούς τους κανόνες. Αυτός είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνονται την ελευθερία […]

Μετά τον πόλεμο, όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες υποχρεώθηκαν – με δικτατορικό διάταγμα από τις Η.Π.Α και τους συμμάχους των – να δεχθούν πληθυσμούς από τις πρώην αποικίες. Παρά το γεγονός ότι το αίτημα της Γερμανίας, αλλά και άλλων χωρών, ήταν να παραμείνουν εκεί μόνο για όσο θα διαρκούσε η άδεια εργασίας (5 έτη), εξαναγκάστηκαν να τους δεχθούν σαν κηφήνες, γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της μαζική εισροής που βλέπουμε σήμερα. […]

Δυστυχώς οι αριθμοί δεν ψεύδονται σχετικά με τους βιασμούς στη Νορβηγία. Ο αριθμός των βιασμών είναι εξαιρετικά υψηλός. Στο Όσλο, την πρωτεύουσα μας, οι αλλοδαποί διαπράττουν το 70%-80% των βιασμών. Άλλες φορές ως μεμονωμένοι δράστες , συχνά ως γκρουπ που βιάζουν ομαδικά. Οι πολιτικοί μας προσπαθούν να αποκρύψουν αυτό το γεγονός, ώστε να μην εξοργίσουν τον λαό και στραφεί ενάντια στις μάζες των Αφρικανών, Πακιστανών, Αφγανών, Ιρακινών και άλλων μεταναστών αραβικής καταγωγής. Το αποδίδουν συχνά στην έλλειψη κατάλληλης πολιτικής ομαλής εντάξεως των μεταναστών, στις άσχημες εμπειρίες λόγω πολέμων και στην «ανηθικότητα» της Λευκής γυναίκας, η οποία στέλνει το λάθος μήνυμα σε όσους δεν είναι σε θέση να τις καταλάβουν. Ο κόσμος είναι διχασμένος επί του θέματος. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτές οι ομάδες των αλλοδαπών εμφανίζουν υπερβολικά μεγάλα ποσοστά βιαστών και απαιτούν να ληφθούν μέτρα, άλλοι, κυρίως εκείνοι με σοσιαλδημοκρατικές πεποιθήσεις, προσπαθούν να επικεντρωθούν στο να ξοδεύουν εκατομμύρια σε διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα, σε μαθήματα ηθικής και στη βασική εκπαίδευση. Αυτά τα υποστηρίζουν οι «ανοιχτόμυαλοι» φιλελεύθεροι δήθεν «ανθρωπιστές», που συχνά προέρχονται από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και οι οποίοι φυσικά δεν βιώνουν τα προβλήματα.”

Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη εδώ.

Advertisements