Από τους “φασίστες” και τους “αναρχοάπλυτους” στην άνοδο των μπλε καπέλων

Γράφει ο Panzerfaust

“Η εντατικοποίηση των εξοπλισμών, η αύξηση των αστυνομικών δυνάμεων καταστολής, όλα αυτά είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση των προαναφερθέντων σχεδίων. Αυτό που πρέπει να πετύχουμε είναι πως σε όλα τα Κράτη του κόσμου πρέπει εκτός από εμάς, να υπάρχουν μόνο οι μάζες των προλετάριων, μερικοί εκατομμυριούχοι αφοσιωμένοι στα συμφέροντά μας, και ένστολοι (αστυνομικοί και στρατιώτες).”

Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, Κεφάλαιο 7, Παράγραφος 1

Κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, και ενώ τα δύο τότε αντίπαλα κομματα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ εναλλάσσονταν στην εξουσία, δημιουργήθηκε μία πόλωση σε όσους κινούνταν έξω από το επίσημο πολιτικό πλαίσιο.

Η πόλωση αυτή παγιώθηκε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, μετά από το θάνατο του Καλτεζά και τα γεγονότα των μεγάλων καταλήψεων στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο και τις διάφορες σχολές του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Ήταν μία πόλωση μονόπλευρη και επιδέξια κατευθυνόμενη, όμως οι εμπνευστές της κατάφεραν το σκοπό τους.

Ένα ετερογενές συνοθύλεμα αναρχοαυτόνομων πάσχιζε να βρει σημεία ιδεολογικής αναφοράς, με πλήθος από τους συμμετέχοντες να βρίσκει βαθμιαία το δρόμο προς την εξουσία που εν τέλει αποτελεί ιδανικό αυτοσκοπό για πολλούς “αντιεξουσιαστές”. Άλλοι πάλι κατέληξαν στην αλητεία και τη λατρεία της κάνναβης, ενώ ελάχιστοι έμειναν να αναρωτιούνται αν υπάρχει κάποιο νόημα μέσα σε όλα αυτά. Το αδιέξοδο της ζωής στα Εξάρχεια συνοψίστηκε σε τρεις θανάτους που πολλοί έκτοτε προσπάθησαν να ξορκίσουν προκειμένου να κρύψουν τη δική τους προσωπική αποτυχία στο δρόμο που δήθεν επέλεξαν: Κατερίνα Γώγου, Νικόλας Άσημος, Παύλος Σιδηρόπουλος.

Κάποια στιγμή, ένα αόρατο χέρι έριξε έξυπνα την ιδέα για το ποιοί ευθύνονται για τα κακώς κείμενα των αναρχικών ζυμώσεων: Ήταν οι “φασίστες”. Αρκετά ασαφής ο όρος, στην αρχή χρησιμοποιήθηκε σαν μία αόριστη αναφορά στο δίπτυχο αστυνομίας και νομοταγών πολιτών.

Την ίδια χρονική περίοδο, ζυμώσεις στον αριθμητικά αμελητέο εθνικιστικό και εθνικοσοσιαλιστικό χώρο άρχισαν σταδιακά να οδηγούν σε συγκροτημένες ομάδες και εκδόσεις fanzine. Μπορεί όπως αναφέραμε ο χώρος αυτός να ήταν αριθμητικά αμελητέος, καθώς το σύνολο του πληθυσμού ακολουθούσε τυφλά τον κομματισμό, όμως υπήρχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το χώρο αυτό από τις μυστικές υπηρεσίες ξένων χωρών στα πλαίσια του προγράμματος της Κόκκινης Προβιάς. Το ενδιαφέρον αυτό μεταδόθηκε και στις εγχώριες κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες.

Φαίνεται πως οι υπηρεσίες αυτές και η άμυαλη μάζα των αναρχικών είχαν κάποιες κοινές σκέψεις, καθώς ξαφνικά οι ολιγομελείς αυτές ομάδες θεωρήθηκαν φορείς του υπέρτατου κακού και στοχοποιήθηκαν με μεταφυσική μανία ως υπεύθυνες για όλα τα προβλήματα της κοινωνίας που οι αναρχοαυτόνομοι προσπαθούσαν να λύσουν. Βέβαια στους αναρχοαυτόνομους υπήρχε και πλήθος αριστεριστών που απλώς έψαχνε να βρει πολιτική στέγη για την ικανοποίηση προσωπικών πολιτικών φιλοδοξιών.

Κάποια στιγμή φτάσαμε στη δημιουργία της Χρυσής Αυγής και στη συνένωση διαφορετικών τάσεων και ομάδων σε αυτή. Στη συνέχεια βέβαια υπήρξαν και πολλές αποχωρήσεις για λόγους που δεν είναι του παρόντος. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως η Χρυσή Αυγή έφτασε να αποτελεί έναν εκφραστή για πολλούς από όσους επιζητούσαν να βρεθούν σε ένα εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα.

Στο σημείο αυτό ένα παράδοξο φαινόμενο έλαβε χώρα: Μπορεί η Χρυσή Αυγή να λάμβανε στις εκλογές ένα ποσοστό στα όρια του ασήμαντου, όμως η στοχοποίηση των μελών της υπήρξε πρωτοφανής. Λυσσασμένοι αριστεριστές έβλεπαν παντού χρυσαυγίτες και “φασίστες”, ταύτισαν έντεχνα τη Χρυσή Αυγή με το σύνολο των εθνικιστών, και ξεκίνησαν μία δυσανάλογη εκστρατεία “κατά του φασισμού”. Συμπτωματικά, την ίδια άποψη είχαν και οι λιγοστοί Εβραίοι των Αθηνών, οι οποίοι μιλούσαν παντού για το πόσο κινδυνεύει η χώρα από τους “φασίστες”. Το αν είχαν στο μυαλό τους την Ελλάδα ή το Ισραήλ ήταν κάτι που πάντα αποφεύγουν να προσδιορίσουν, πάντως η ταύτιση αυτή με τους αναρχικούς ήταν αξιοσημείωτη.

Με άλλα λόγια, οι αναρχικοί χρησιμοποιήθηκαν σαν μία διαφημιστική μηχανή για την προβολή του μοναδικού έχθρού που μέσα στο μυαλό τους τους εμπόδιζε να φτάσουν στην αναρχική ουτοπία, τους “φασίστες” που ήταν ταυτόσημοι με τους “χρυσαυγίτες”.

Κανένας πολιτικός μηχανισμός ή κόμμα δεν στοχοποιήθηκε με τέτοια μανία από τη μάζα αριστεριστών και αναρχικών όσο οι “φασίστες”, που είτε ταυτιζόμενοι με τη Χρυσή Αυγή είτε όχι εκείνη την εποχή δεν αποτελούσαν παρά ένα ελάχιστο ποσοστό του εκλογικού σώματος με μηδαμινή επιρροή στη διακυβέρνηση της χώρας ή τη λήψη αποφάσεων. Και επιπλέον ήταν και εξακολουθούν να βρίσκονται στο στόχαστρο κρατικών υπηρεσιών στην υπηρεσία του πολιτικού κατεστημένου.

Η μονομανία αυτή πέτυχε το σκοπό της καθώς οι “αναρχοάπλυτοι” έγιναν αντίστοιχα σημείο αναφοράς για τους “φασίστες”, που με τη σειρά τους έφτασαν να απορρίπτουν οποιαδήποτε ιδέα ή μορφή οργάνωσης θα μπορούσε να παραπέμπει στον αναρχισμό. Ένας προσεκτικός παρατηρητής θα έλεγε πως αυτό επέτρεψε στο Μιχαλολιάκο να μονοπωλήσει τον εθνικιστικό χώρο με ό,τι αυτό σημαίνει.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ως τα γεγονότα των χρόνων της διακυβέρνησης Σαμαρα και αργότερα Τσίπρα έδειξαν μία περίεργη πορεία. Οι αναρχικοί υποτίθεται πως απεχθάνονται την τάξη των αστυνομικών, όμως βρέθηκαν να βιαιοπραγούν ανενόχλητα εναντίον όποιου προσλαμβάνουν ως “φασίστα”, με την κάλυψη και τη συνεργασία των αστυνομικών αρχών.

Αν κάποιος αμφιβάλλει για το γεγονός αυτό, δεν έχει παρά να δει τη μακρά λίστα επιθέσεων ενάντια σε άτομα και σε ομάδες που χαρακτηρίστηκαν “φασιστικά”. Δεν υπάρχει καμία σύλληψη των δραστών, με την αστυνομία να προτιμά να γελοιοποιείται στα μάτια των πολιτών.

Αυτό δε φαίνεται να προξένησε ιδιαίτερη έκπληξη στους “αναρχοάπλυτους”, δείχνοντας τη μειωμένη αντίληψη των περισσοτέρων από αυτούς και τον παρακρατικό ρόλο επιλεγμένων προσώπων του χώρου τους.

Στην άλλη πλευρά, είδαμε τους εθνικιστές να μπαίνουν στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών με την κατηγορία του εγκλήματος ιδεών, αλλά να αποφεύγεται η καταγγελία του αστυνομικού κράτους και αντίθετα να προτιμάται η διαρκής αναφορά στους “αναρχοάπλυτους”.

Ενώ κάποιος οδήγησε έντεχνα τις δύο πλευρές σε διαρκή αντιπαλότητα, με τους αναρχικούς να κραυγάζουν με λύσσα για τους “φασίστες” και την άλλη πλευρά να απασχολείται με τους “αναρχοάπλυτους”, μία νέα κοινωνική τάξη πρόβαλλε ανενόχλητα.

Οι σπουδές απαξιώθηκαν αποτελώντας εισιτήριο για την ανεργία ή στην καλύτερη περίπτωση τη μετανάστευση. Φυσική κατάληξη για μία κοινωνία που θεωρούσε τους φοιτητές “τεμπέληδες”, αλλά ταυτόχρονα ήθελε τα παιδιά της να αποκτούν πτυχία ακόμα κι αν τα προσόντα τους έφταναν μέχρι τη θέση του ανειδίκευτου εργάτη. Τραγική ειρωνία πως την ίδια στιγμή κάθε μορφής εργασία απαξιώθηκε, με εισαγώμενους “οικονομικούς μετανάστες” να παίρνουν τη θέση των γηγενών σε αμέτρητα τεχνικά και χειρωνακτικά επαγγέλματα.

Μπορεί η αβεβαιότητα να έγινε συνώνυμη των σπουδών, που απαξιώθηκαν πολλαπλά. Όμως για την κοινωνική τάξη των πραιτωριανών η πραγματικότητα υπήρξε πολύ διαφορετική: Χωρίς σπουδές, αλλά και χωρίς εμπλοκή στη βιοπάλη, μία μερίδα του πληθυσμού βρήκε την επαγγελματική της αποκατάσταση υπηρετώντας τυφλά το πολιτικό καθεστώς και καταπατώντας στοιχειώδεις έννοιες δικαίου. Ο γενιτσαρικός στρατός των μπλε καπέλων πούλησε την υποταγή του στο ιουδαιοκρατικό καθεστώς, με αντάλλαγμα τα επίσημα προνόμια του σταθερού μισθού και του δημοσιουπαλληλισμού και τα ανεπίσημα προνόμια της γειτνίασης με την πολιτική εξουσία και της ατιμωρησίας.

Λιγοστοί σκεπτόμενοι αναρχικοί είδαν αυτή την πραγματικότητα και αναρωτήθηκαν για τον παρακρατικό ρόλο του Indymedia και διαφόρων κατευθυνόμενων αναρχοπατέρων, που έντεχνα όλα αυτά τα χρόνια καλλιέργησαν το μίσος για τους “φασίστες” αλλά οι ίδιοι συνδιαλλέγονται απευθείας με το αστυνομικό κράτος.

Αντίστοιχα, πολλοί από το μανδρί της Χρυσής Αυγής αναρωτήθηκαν για την πάγια τακτική της ηγεσίας του κόμματος να απαγορεύει την αντιπαράθεση με τους ένστολους ακόμα και την περίοδο των διώξεων από τους γενίτσαρους του Δένδια.

Η “έννομη τάξη” δεν καταλύθηκε από τους “αναρχοάπλυτους”, αλλά από την ίδια την αστυνομία που πλέον καταστέλλει απροκάλυπτα κάθε αντίδραση στο καθεστώς με άγριες συλλήψεις και ένστολη τρομοκρατία. Αντίστοιχα, η ελευθερία της γνώμης και των ιδεών δεν καταλύθηκε από τους “φασίστες”, αλλά από τους ένστολους υπηρέτες του συστήματος που διώκουν χωρίς συνείδηση όποιον τους υποδεικνύει το καθεστώς προκειμένου να εξασφαλίσουν προαγωγές και επιδόματα.

Ταυτόχρονα με την απαξίωση της γνώσης και των σπουδών, αναδύθηκε μία καινούρια κοινωνική τάξη που εξασφαλίζει τη σίγουρη επιβίωσή της μέσω της επιβολής των αποφάσεων του πολιτικού κατεστημένου. Τυφλά όργανα ενός απάνθρωπου καθεστώτος, οι αστυνομικοί δείχνουν τη μεγαλύτερη προθυμία στην εκτέλεση των εντολών της τεκτονικής εξουσίας. Εξαίρεση αποτελούν αποφασεις που θίγουν μισθολογικά δικαιώματα και κεκτημένα, οπότε η εξουσία αναγκάζεται να προστατεύσει τον εαυτό της από μία πιθανή εξέγερση των γενιτσάρων.

Ενώ ο απλός άνθρωπος είναι απροστάτευτος απέναντι στην άγρια εγκληματικότητα των λαθροεποίκων και την αυθαιρεσία των κρατούντων, οι πραιτωριανοί του καθεστώτος αναλαμβάνουν την εφαρμογή παράνομων ρατσιστικών νομοθετημάτων, την καταστολή κάθε πιθανής αντίδρασης, την αποτροπή δημιουργίας εθνικοαπελευθερωτικού αντάρτικου, και φυσικά την προστασία των τυράννων.

Η εμμονή της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής για τη δήθεν “μεγάλη μάζα των αστυνομικών” που πιστεύουν σε κάποια ιδανικά καταρρίφθηκε με τη μαζική υιοθέτηση από το σύνολο των αστυνομικών της Κάρτας του Πολίτη. Η Κάρτα του Πολίτη θα αποτελέσει το εργαλείο μαζικής παρακολούθησης του πληθυσμού από το τυραννικό καθεστώς και αποτελεί όνειρο κάθε αστυνομικού “οργάνου”. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και αστυνομικοί που αρθρογραφούν για θρησκευτικά θέματα φωνασκούν ταυτόχρονα για την ανάγκη δημιουργίας περισσότερων ηλεκτρονικών μητρώων και δεδομένων.

Στην περίπτωση της Κάρτας του Πολίτη, η αντίδραση του Δημήτρη Ανδρεάκου στην παραλαβή της αντίχριστης ταυτότητας είχε σαν αποτέλεσμα την απόταξή του με συνοπτικές διαδικασίες, με την ψήφο των ανώτατων αξιωματικών και την αδιάφορη σιωπή των μέχρι πρότινος συναδέλφων του. Το γεγονός πως η Χρυσή Αυγή τον στήριξε στο δικαστικό αγώνα που τελικά τον δικαίωσε ευχόμαστε να σηματοδοτεί μία αλλαγή νοοτροπίας για την ηγεσία της Χρυσής Αυγής.

Με την άνευ όρων αποδοχή της Κάρτας του Πολίτη, η τάξη των πραιτωριανών δήλωσε και επίσημα την υποταγή της στους σκοπούς του προδοτικού καθεστώτος και έδειξε πέρα από κάθε αμφιβολία ποιός είναι ο ρόλος που θα επιτελέσει στο μέλλον.

Μετά από την προλεταριοποίηση των πτυχιούχων, την εκμηδένιση της μικρομεσαίας τάξης και την ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας και της ευρεσιτεχνίας, μία νέα κοινωνική πραγματικότητα διαμορφώνεται. Ενώ οι μεγάλες μάζες του πληθυσμού θα παλεύουν για την επιβίωσή τους, η τάξη των αστυνομικών θα εξασφαλίζει την προστασία του ιουδαιοκίνητου κατεστημένου καταστέλλοντας τις εξεγέρσεις των αδικημένων με αντάλλαγμα μία σειρά οκονομικών και κοινωνικών προνομίων.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εναλλακτική διεύθυνση του Education in Greece.

Advertisements