Η ταξικότητα της φοιτητικής ιδιότητας

Γράφει ο Panzerfaust

Το αριστερό αδελφάτο διαχρονικά ισχυρίζεται πως η ιδιότητα του φοιτητή αποτελεί κάποιο ταξικό πρόσημο. Πως το να είναι κάποιος φοιτητής αποτελεί ένα προνόμιο που υποδηλώνει ταξικότητα, οπότε ο φοιτητής οφείλει να ασχολείται διαρκώς με το “δίκιο του εργάτη” και να οργανώνει πορείες και διαμαρτυρίες για τον “εργάτη”.

Το δεξιό αδελφάτο με τη σειρά του δείχνει να συμμφωνεί. Άλλωστε η ΔΑΠ κατέχει σημαντικό δημοσκοπικό ποσοστό στις στημένες κάλπες των φοιτητικών εκλογών, διαγωνιζόμενη για την πρώτη θέση με κάποια αριστερή παράταξη τύπου ΕΑΑΚ.

Μπορεί η αφετηρία αυτών των θεωρήσεων να είναι ιδεολογική, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια, όμως χρωματίζεται από την Ελληνική ιδιαιτερότητα, όπου ο φοιτητής ήταν ταυτόσημος με τον τεμπέλη που τα “λαϊκά παιδιά” έβλεπαν σαν χαραμοφάη που δε συνεισφέρει στην κοινωνία, παρά κάθεται και απολαμβάνει “φοιτητική ζωή”, διασκεδάζοντας τα βράδυα και πίνοντας ανέμελα στα διαλείματα από το σεξ στις τουαλέτες των νυκτερινών κλαμπ.

Από την άλλη, η Ελληνική κοινωνία έβλεπε τον “εργαζόμενο νέο” σαν το καμάρι της, που με τον ιδρώτα του συνεισφέρει στην κοινωνία και τα βράδυα πίνει κρασί στην ταβέρνα όχι για άλλο λόγο αλλά για να πνίξει τους καημούς του που δεν ήταν πλούσιος. Που τον καμάρωνε η γειτονιά όταν έριχνε γυροβολιές ενώ τα υπόλοιπα “λαϊκά παιδιά” βαρούσαν παλαμάκια, κάτι σαν τον Φούντα ή τον Ξανθόπουλο, ή ακόμα καλύτερα σαν τον Κούρκουλο. Συμπτωματικά, ο Κούρκουλος αργότερα θα ομολογούσε τις τύψεις του διότι θεωρούσε τον αδελφό του “χαραμοφάη” επειδή σπούδαζε στη σχολή του ναυτικού αντί να δουλεύει και να εξασφαλίζει εισόδημα σαν τον ίδιο.

Η Ελληνική κοινωνία έβλεπε τον φοιτητή σαν προνομιούχο, με περιφρόνηση αλλά συνάμα και με φθόνο. Τον περιφρονούσε ως δήθεν μη χρήσιμο μέλος της κοινωνίας, που δεν δουλεύει για να βγάλει λεφτά όπως οι εργαζόμενοι, και ιδιαίτερα οι εργάτες. Τον θεωρούσε αδρανές βάρος που δεν έχει χρησιμότητα για την κοινωνία, κατηγορώντας τον πως “κάθεται” όταν οι άλλοι δουλεύουν, και η ιδιότητα του “φοιτητή” αποτελούσε υποτιμητικό όρο. Την ίδια στιγμή όμως τον φθονούσε, καθώς τον έβλεπε σαν έναν εκπρόσωπο κάποιας νοητικά ανώτερης συνομοταξίας με υψηλότερες διανοητικές ικανότητες που προκαλούσαν τη στενή αντίληψη ή και τη βλακεία του ξερόλα που ξέδινε στο καφενείο νομίζοντας πως αγορεύει στην αγορά του δήμου. Σε τελική ανάλυση, οι φοιτητές αποτελούσαν απειλή για τη δημοκρατία, τη μοναδική κληρονομιά που ο Έλληνας κράτησε από τους προγόνους του.

Αυτές οι νευρώσεις της Ελληνικής κοινωνίας αποτυπώθηκαν χαρακτηριστικά σε πλήθος Ελληνικών ταινιών που πιάνοντας το σφυγμό του κινηματογραφικού κοινού απεικόνισαν τον εργάτη σαν μοναδικό μοχλό και στήριγμα της κοινωνίας και τον φοιτητή σαν τεντυμπόι με έκλυτα ήθη.

Οι μαρξιστικές μονομανίες περιστρέφονται γύρω από τον εργάτη, με αποτέλεσμα ο κομμουνισμός να αγνοεί ακόμα και τον αγρότη μέχρι την εποχή της Μαοϊκής Κίνας. Οι υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις αγνοούνται βάναυσα από τη μαρξιστική θεώρηση, που επικεντρώνεται στον εργάτη και στο πως πρέπει να έχει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τα οποία στη σφαίρα της κομμουνιστικής φαντασίας υποτίθεται πως είναι και σε θέση να δημιουργεί, να συντηρεί και να βελτιώνει. Το κομμουνιστικό καθεστώς των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη εξολόθρευσε με απίστευτη κτηνωδία το μορφωμένο μέρος του πληθυσμού της χώρας θεωρώντας πως η μόρφωση δεν συνάδει με τον κομμουνισμό.

Για την Αριστερά, ο φοιτητής αποτελεί μία ταξική πρόκληση, καθώς αν δεν ήταν ταξικά υπόλογος θα ήταν εργάτης και όχι φοιτητής. Ο φοιτητής σπουδάζει επειδή το επιτρέπει η ταξική ανισότητα. Η Αριστερά βλέπει παντού ισότητα, οπότε όποιος είναι διανοητικά ανώτερος προσβάλλει την έννοια της ισότητας. Για την Αριστερά, όλοι είναι εξίσου ικανοί για σπουδές, άρα αν μερικοί τα καταφέρνουν καλύτερα από τους άλλους αυτό οφείλεται στο πλεονέκτημα που έχουν λόγω της ταξικής τους καταγωγής. Οπότε ο φοιτητής, έχοντας περάσει διάφορες εξετάσεις προκειμένου να μπει στο πανεπιστήμιο και να περάσει με επιτυχία τα διάφορα μαθήματα, είχε σίγουρα ένα ταξικό πλεονέκτημα που τον καθιστά ένοχο. Προκειμένου να εξιλεωθεί για αυτό το έγκλημα, οφείλει να βρίσκεται συνέχεια δίπλα στον “εργάτη”, να ασχολείται με τα προβλήματά του καθώς ο ίδιος δεν έχει προβλήματα σαν ταξικά ωφελιμένος, ακόμα και να περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου του βοηθώντας στις αγροτικές εργασίας στην περίπτωση της Μαοϊκής Κίνας, όπου ο εργάτης αντικαταστάθηκε από τον αγρότη στο εκεί κομμουνιστικό ιδίωμα.

Μέσω της διάδοσης του πολιτιστικού μαρξισμού, παραλλαγές αυτής της οπτικής έχουν καθιερωθεί στον δυτικό κόσμο με αποτέλεσμα την ανοησία του “φοιτητικού κινήματος”. Το αποκορύφωμα της αριστερής ηλιθιότητας είναι το σύνθημα “πτυχία για όλα τα παιδιά”, που σημαίνει πως τα πτυχία θα πρέπει να μοιράζονται σε όλους ανεξαιρέτως. Η ποιότητα των σπουδών, η ποιότητα των πτυχιούχων και η δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης των πτυχιούχων αποτελούν ζητήματα που δεν ενδιαφέρουν την Αριστερά ούτε στο ελάχιστο.

Για την Δεξιά πάλι, που κυριαρχείται από καπιταλιστικές ιδέες, οι σπουδές πρέπει να αποτελούν προνόμιο των γόνων, ώστε αυτοί στη συνέχεια να αναλάβουν τις τύχες του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας. Η Δεξιά πιστεύει πως ο γόνος μίας ισχυρής οικογένειας πρέπει να εφοδιαστεί με τις κατάλληλες σπουδές προκειμένου να εξασφαλιστεί πως η ισχύς της οικογένειας θα παραμείνει σε αυτή, είτε πρόκειται για πολιτικά και επιχειρηματικά τζάκια είτε για άλλες κατηγορίες όπως μεγαλοκτηματίες, βιομήχανους, κλινικάρχες και μεγαλογιατρούς, μεγαλοδικηγόρους, σχολάρχες διαφόρων βαθμίδων της εκπαίδευσης. Το αν οι γόνοι αυτοί είναι σε θέση να σπουδάσουν αποτελεί αιρετικό ερώτημα που τιμωρείται σκληρά. Από τη στιγμή που αποτελούν τους εκλεκτούς δεν τίθεται θέμα ικανότητάς τους για σπουδές. Με τον τρόπο αυτό γόνοι αμφίβολης νοητικής ικανότητας εξασφαλίζουν σπουδές ακόμα και στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου σαν το Harvard, το Princeton, και το ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα Tufts. Και μιλώντας για την Ελλάδα, είναι κοινό μυστικό πως ολόκληρες οικογένειες είναι διορισμένες στα Ελληνικά πανεπιστήμια χωρίς κανείς να αισθάνεται ντροπή για τον πρωτοφανή νεποτισμό, με την ίδια θλιβερή κατάσταση να επικρατεί ακόμα και σε κατώτερες τεχνικές σχολές τύπου Σιβιτανιδείου που επιπλέον αποτελούν και προπύργια εκπαιδευτικού αριστερισμού.

Ο άκρατος φιλελευθερισμός όμως καταλαβαίνει και πως για να λειτουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα είναι απαραίτητο να υπάρξει και κάποια ροή πραγματικά ικανών στο πανεπιστημιακό εκπαιδευτικό σύστημα. Με βαριά καρδιά αποδέχεται και κάποιους που δεν έχουν τέτοια κληρονομικά δικαιώματα. Ας θυμηθούμε τον George Orwell, που ως παιδί μίας φτωχής οικογένειας κατάφερε να φοιτήσει με υποτροφία σε ένα σχολείο της “καλής κοινωνίας” λόγω των σχολικών του επιδόσεων. Για να διατηρήσει το γόητρό του, το σχολείο αυτό έπρεπε να διακριθεί σε ορισμένους σχολικούς διαγωνισμούς. Καθώς αυτό δεν ήταν δυνατό με τους ανεγκέφαλους γόνους, αναγκαζόταν να προσφέρει υποτροφίες σε φτωχούς μαθητές, τους οποίους όμως αντιμετώπιζε ιδιαίτερα σκληρά. Ο George Orwell ήταν ο μόνος μαθητής στην τάξη του που οι γονείς του έπρεπε να εργαστούν για να ζήσουν, ενώ τα όσα έγραψε αργότερα για τις συνθήκες της φοίτησής του δημοσιεύτηκαν όχι απλώς μετά από τον θάνατό του, αλλά και μετά από τον θάνατο του ιδιοκτήτη του σχολείου και της συζύγου του καθώς οι εκδότες είχαν τη βεβαιότητα πως οι λεπτομερείς και ρεαλιστικές καταγραφές του Orwell για τη σχολική πραγματικότητα που έζησε θα δημιουργούσαν νομικά προβλήματα με το ελεεινό ζεύγος των εκπαιδευτικών.

Μετά τη λήξη του Β’ΠΠ, το καπιταλιστικό σύστημα έκανε μία στροφή στο θέμα των σπουδών. Βλέποντας τον πτυχιούχο σαν απαραίτητο για την οικονομική ανάπτυξη που πλέον βασιζόταν στη γνώση και την ικανότητα, είδε πως οι επιστήμονες θα αποτελούσαν μία κοινωνική τάξη που θα αποκτούσε περισσότερη ισχύ, και σίγουρα θα διεκδικούσε και μεγαλύτερο μερίδιο από τα βιομηχανικά κέρδη. Μπορεί να είχε ξεπεράσει έναν σκόπελο με το ζήτημα των δικαιωμάτων παραγωγής εναλλασσόμενου ρεύματος που πυροδότησε την βιομηχανική έκρηξη των ΗΠΑ, αλλά έπρεπε να εξασφαλίσει πως δε θα βρισκόταν πάλι στο έλεος επιστημόνων που ποιός ξέρει τι ιδέες είχαν στο μυαλό τους. Επιπλέον, οι στρατιώτες που γύριζαν από τα μέτωπα του πολέμου ήταν άνεργοι και έπρεπε να απασχοληθούν κάπου. Εάν υπήρχε μία υπερπληθώρα παραγωγής πτυχιούχων, το πρόβλημα της μαζικής ανεργίας θα μετατοπιζόταν στο μέλλον, ενώ οι πτυχιούχοι θα ήταν τόσοι πολλοί που θα έπεφτε η αξία του πτυχίου στην αγορά και οι επιχειρήσεις θα “αγόραζαν” πτυχία πολύ φθηνότερα.

Κάπως έτσι, η μαζικοποίηση της παραγωγής πτυχιούχων έφερε κοντά Αριστερά και Δεξιά, παρά τις όποιες διαφορές στο κοινό στο οποίο απευθύνονται. Στην Ελλάδα βλέπουμε τους τυπικούς αριστεριστές φοιτητές να εξασφαλίζουν το πτυχίο τους με συνεχείς διαμαρτυρίες για την “εντατικοποίηση των σπουδών” και ασκώντας πιέσεις διαφόρων μορφών στους καθηγητές μέχρι να εξασφαλίσουν αυτό που θέλουν. Τους τυπικούς ΔΑΠίτες πάλι τους βλέπουμε να ανταποκρίνονται στο πρότυπο της παραλιακής και της Μυκόνου, με μοντέρνα αμάξια και άνετη ζωή που εξασφαλίζουν το πτυχίο τους έχοντας τα θέματα των εξετάσεων και το σημείωμα του κόμματος.

Το κοινό σημείο τους είναι πως εξασφαλίζουν το πτυχίο τους χωρίς πραγματική εργασία, γεγονός που μας φέρνει στο ζήτημα του συσχετισμού της φοίτησης με την εργασία.

Οι σπουδές αποτελούν μία μορφή εργασίας, και μάλιστα ιδιαίτερα κοπιώδους. Ο φοιτητής πρέπει να μελετήσει μία ογκώδη ύλη, να περάσει μία σειρά εξετάσεων, να γράψει κάποιες εργασίες, ενδεχομένως να παρακολουθήσει και μία σειρά εργαστηρίων ανάλογα με το αντικείμενο των σπουδών του.

Όλα αυτά δεν είναι πράγματα που τα κάνει κάποιος ταυτόχρονα με καθημερινές διασκεδάσεις. Αντίθετα, απαιτούν ιδιαίτερο κόπο και καθημερινή εργασία. Για πολλούς η φοιτητική περίοδος ήταν από τις πιο κουραστικές στη ζωή τους, ενώ για άλλους που συνδύασαν σπουδές με εργασία απαιτήθηκε να καταβάλλουν υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Πώς γίνεται λοιπόν η “φοιτητική ζωή” να προβάλλεται σαν περίοδος τεμπελιάς και ανέμελης διασκέδασης;

Ήδη αναλύσαμε πως στο Ελληνικό κοινωνικό υποσυνείδητο δεν υπάρχει η έννοια της φοίτησης σαν χρόνος με πραγματική αξία. Ας μην ξεχνάμε πως στην Ελληνική κοινωνία δεν έχει αναγνωριστεί ούτε η σημασία της μαθητείας. Η κοινή πεποίθηση είναι πως τα πτυχία είναι απλώς “χαρτιά” και έτσι κι αλλιώς αυτά που χρειάζονται πραγματικά τα μαθαίνεις αργότερα “στη δουλειά”. Το πόσο αποδεκτή είναι αυτή η άποψη φαίνεται από τη σκανδαλώδη αναγόρευση της νηπιαγωγού Νατάσας Καραμανλή-Παζαΐτη σε διδάκτορα ιατρικής(!) και “καταξιωμένη” ογκολόγο(!) μετά από μία σύντομη περίοδο “ιατρικών σπουδών” όπου δήθεν αρίστευσε και μία μακρά περίοδο θήτευσης κοντά σε ιατρούς με έντονη κομματική ταυτότητα.

Μπορεί η περίπτωση της πρωθυπουργικής συζύγου να αποτελεί πρόκληση για μία υγιή κοινωνία, όμως στην περίπτωση της Ελλάδας βλέπουμε να προβάλλεται η ιατρική αυθεντία της νηπιαγωγού με τη μεγαλύτερη επισημότητα. Τα βήματά της ακολουθεί η αστεφάνωτη πρωθυπουργική μαιτρέσα Περιστέρα Μπαζιάνα, που από δασκαλίτσα δημοτικού οδεύει προς την κατάκτηση πανεπιστημιακής έδρας μέσα από μία σειρά μεθοδεύσεων που κάνουν υπερήφανους τους ταξικούς αγωνιστές της Αριστεράς.

Υπό κανονικές συνθήκες, οι σπουδές αποτελούν περίοδο σκληρής εργασίας. Τα πράγματα όμως αλλάζουν ολοκληρωτικά όταν οι σπουδές δεν είναι πραγματικές αλλά εικονικές.

Όταν η “επιτυχής φοίτηση” κάποιου έχει εξασφαλιστεί εκ των προτέρων, τότε ό,τι και να γράψει στις εξετάσεις θα περάσει, ό,τι και να γράψει στις εργασίες του θα γίνει αποδεκτό. Διόλου απίθανο να ονομαστεί και αριστούχος. Είναι φυσικό να μπορεί να επιδοθεί σε διασκεδάσεις και ανέμελες δραστηριότητες, και φυσικά να οικοδομήσει το κομματικό προφίλ του αν έχει και πολιτικές φιλοδοξίες.

Στην περίπτωση των κάθε λογής γόνων, αυτό θεωρείται αναφαίρετο δικαίωμά τους. Η πεποίθηση αυτή ξεκινά στην εκπαίδευση από πολύ νωρίς, με τους εκπαιδευτικούς να επιβάλλουν τους γόνους τους ως “αριστούχους” με διάφορες μεθοδεύσεις. Και καθώς αναφέραμε προηγουμένως την Νατάσα Καραμανλή, δεν πρέπει να ξεχνάμε την περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή Α’του Αρσενοκοίτη, τον οποίο ο δάσκαλος πατέρας του επέβαλλε ως “αριστούχο” και άφηνε ανενόχλητο να κάνει ό,τι ήθελε μέσα στο σχολείο. Με τον τρόπο αυτό οικοδομήθηκε η ελεεινή προσωπικότητα του αναίσχυντου Καραμανλή που αργότερα θα γνώριζε τον πανεπιστημιακό γόνο Ευταξία με τη γνωστή εξέλιξη.

Προκειμένου ο εκπαιδευτικός να μπορέσει ανενόχλητα να προωθήσει τους γόνους του και τους γόνους των άλλων εκπαιδευτικών στα πλαίσια της “εκπαιδευτικής αλληλεγγύης”, πρέπει να εξασφαλίσει πως η εξουσία δεν θα ενοχληθεί. Οπότε δίνει το ίδιο δικαίωμα και στους γόνους άλλων αντίστοιχων προσώπων, όπως είναι πολιτικοί, δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι, οικονομικά ισχυροί, μεγαλοπαράγοντες με επιρροή. Τα κριτήρια ποικίλουν από τα μεγάλα αστικά κέντρα μέχρι την απομακρυσμένη επαρχία, η βασική ιδέα παραμένει όμως ίδια.

Φτάνοντας στο πανεπιστήμιο, οι γόνοι των πανεπιστημιακών έχουν εξασφαλισμένη επιτυχία στις σπουδές τους, αλλά για να μη δημιουργηθεί θέμα και να διατηρηθούν οι ισορροπίες η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη και για γόνους παραγόντων, και ιδιαίτερα τους πολιτικούς γόνους. Αλλά και για τις πάσης φύσεως “προσωπικές σχέσεις” των προηγούμενων, οπότε ο κύκλος περιλαμβάνει πλέον και τα ερωτικά αντικείμενα πανεπιστημιακών, γόνων και μεγαλοπαραγόντων. Σε άλλες χώρες υπάρχει συγκεκριμένος κώδικας συμπεριφοράς για τις σχέσεις μεταξύ διδασκόντων και διδασκόμενων, όμως στην Ελλάδα αυτά θεωρούνται όχι απλώς περιττά αλλά και λοιδωρούνται.

Εκτός από την εξασφαλισμένη επιτυχία που λαμπρό της παράδειγμα αποτελεί η αστρονομικά μοναδική περίπτωση της Νατάσας Καραμανλή, υπάρχει και άλλη μέθοδος ξεκούραστων σπουδών. Σε μία αξιοσημείωτη ομοιότητα της Ελληνικής με την Ινδική κοινωνία, η αντιγραφή και η ακαδημαϊκή απάτη θεωρούνται πλήρως αποδεκτές μέθοδοι πανεπιστημιακής επιτυχίας. Αν σε άλλες χώρες της Δύσης ο αντιγραφέας θεωρείται απορριπτέος απατεώνας, στην Ελλάδα θεωρείται ικανός και καλύτερος από τους χαζούς που κάθονται και διαβάζουν. Αν πάλι ο ίδιος δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο να προετοιμάσει το σκονάκι του, οφείλει να τον βοηθήσει αυτός που διάβασε αν δεν θέλει να αντιμετωπίσει προβλήματα και να απομονωθεί από τους άλλους στην φοιτητική κοινωνία. Και επειδή όπως είπαμε οι νοοτροπίες αυτές είναι εδραιωμένες ήδη από τη σχολική εκπαίδευση, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο έτερος πρωθυπουργικός γόνος του Αντώνη Σαμαρά, που η καθηγήτρια που δεν τον άφησε να αντιγράψει στις εξετάσεις είδε το δρόμο της απόλυσης και της ανεργίας.

Τα ίδια συμβαίνουν και με τις πανεπιστημιακές εργασίες. Αυτός που κάθεται και γράφει μόνος του τις εργασίες οφείλει να βάζει και τα ονόματα των κηφήνων, ενώ οι κομματικές παρατάξεις διαθέτουν έτοιμες εργασίες για τα μέλη τους. Για όσους δεν έχουν κομματικές διασυνδέσεις, υπάρχουν και γραφεία που αναλαμβάνουν τη συγγραφή πάσης φύσεως εργασιών. Το παράδοξο είναι πως οι “εργαζόμενοι” αυτών των γραφείων κάποιες φορές καταλήγουν ακόμα και στο indymedia να καταγγέλουν τους εργοδότες τους για απάτη, όχι για τη φύση της εργασίας τους αλλά για τις τελικές αποδοχές τους.

Όσοι για διάφορους λόγους δεν διαθέτουν τα μέσα για την υλοποίηση των παραπάνω βλέπουν την κοινωνική αδικία και ακούν το κάλεσμα της Αριστεράς που τους καλεί να απαιτήσουν οι σπουδές να είναι το ίδιο ξεκούραστες για όλους. Να θεσμοθετηθεί δηλαδή η ουσιαστική κατάργηση των εξετάσεων και της κουραστικής μελέτης, οπότε να υλοποιηθεί το λαϊκό όραμα για “πτυχία για όλα τα παιδιά”. Οπότε και οι φοιτητές θα έχουν όλο τον ελεύθερο χρόνο, και φυσικά και την υποχρέωση, να προστρέχουν στις αμέτρητες κινητοποιήσεις των αριστερών κομμάτων για τα προβλήματα των εργατών.

Αν το δεξιό όνειρο για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση πραγματώθηκε στην Αμερικανική Μέκκα του καπιταλισμού με εξασφαλισμένες σπουδές για γόνους, υποτροφίες για κάποιους πραγματικά ταλαντούχους και χρέωση με φοιτητικά δάνεια και σπουδές ποικίλης ποιότητας για τη μεγάλη πλειοψηφία, το αριστερό όνειρο πραγματώθηκε στην Κίνα κατά την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης του Μάο, όπου οι εξετάσεις ουσιαστικά καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με ακαδημαϊκές μονάδες κοινωνικών αγώνων. Μοναδικό όραμα για τους αριστεριστές στον υπόλοιπο κόσμο, η περίοδος αυτή βύθισε την Κίνα σε ολοκληρωτική φτώχεια από όπου ξέφυγε μόνο με την πλήρη αποκήρυξη του αποτυχημένου μοντέλου.

Στην Ελλάδα, ένα μείγμα της ιδιάζουσας Ελληνικής νοοτροπίας και των νευρώσεων του κοινωνικού υποσυνείδητου με τις καπιταλιστικές και αριστερίζουσες νοοτροπίες κατέληξαν στο να αποτελεί η περίοδος φοίτησης ένα χρονικό διάστημα διακοπών που πρέπει να είναι ελεύθερες από πραγματικές φοιτητικές υποχρεώσεις. Η ουσία των σπουδών χάθηκε, οπότε μοιραία ακολούθησε και η πλήρης απαξίωση των πτυχίων.

Η νοοτροπία αυτή επεκτάθηκε και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι αριστερές κορώνες για γενικό λύκειο “για όλα τα παιδιά” έγιναν δεκτές με προθυμία από το δεξιό κράτος. Παρουσιάστηκε με μονότονη επιμονή μία ψευδής εικόνα του προνομιούχου μαθητή που πηγαίνει στο γενικό λύκειο και του πτωχού πλην τίμιου εργατόπαιδου που μοχθεί στη βιοπάλη και στο τεχνικό λύκειο. Η πραγματικότητα είναι πως ο μαθητής του γενικού λυκείου εργάζεται μέσω των σπουδών του και της μελέτης του αποβλέποντας στο μακρινό μέλλον την ανταμοιβή του, ενώ ο εργαζόμενος συνομήλικός του λαμβάνει ένα μισθό που για τον μαθητή του γενικού λυκείου αποτελεί απλησίαστο όνειρο. Εάν ένας μαθητής δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των λυκειακών μαθημάτων, δεν υπάρχει λόγος να του χορηγείται ένα απολυτήριο λυκείου χωρίς πραγματική ουσία ενώ θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε κατευθυνθεί στο τεχνικό λύκειο σε μία πρακτική ειδικότητα, και αν πάλι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει να απασχοληθεί σαν ανειδίκευτος εργάτης ή υπάλληλος. Αυτά βέβαια με την προϋπόθεση πως το τεχνικό λύκειο θα είχε με τη σειρά του πραγματική ουσία αντί να αποτελεί βιομηχανία απόδοσης “πτυχίων” σε πνευματικά ανάπηρους από εκπαιδευτικούς αντίστοιχης ποιότητας.

Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι να γίνεται εισαγωγή ανειδίκευτων εργατών από τριτοκοσμικές χώρες μέσω της λαθρομετανάστευσης, να έχουν παραδοθεί τα τεχνικά επαγγέλματα στους Αλβανούς, και οι Έλληνες να ενθαρρύνονται στην απόκτηση με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο, πανεπιστημιακών πτυχίων που έχουν απαξιωθεί πολλαπλά εδώ και πολλά χρόνια. Στα θολά νερά της λιμνάζουσας ανεργίας που προκύπτει ψαρεύουν τα κόμματα τάζοντας ανταλλάγματα και υποσχέσεις και συντηρώντας το κατεστημένο τους ενώ η χώρα οδηγείται σε όλο και χειρότερα επίπεδα διαβίωσης αλλά και πνευματικής σήψης και παρακμής.

Αυτή η αλυσίδα νοοτροπιών που ακόμα επιμένουν να επιβάλλονται χωρίς επίγνωση των συνεπειών δείχνει πως το εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση ειδικότερα βρίσκονται δέσμια σε μία κατάσταση που δεν επιδέχεται βελτίωσης. Οι βαθιά ριζωμένες στρεβλές αντιλήψεις και οι κομματικές επιρροές καπιταλιστικής και κομμουνιστικής προέλευσης έχουν καταστρέψει ολοκληρωτικά την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Αυτή η κατάσταση απαιτεί την δημιουργία θυλάκων αριστείας που το κράτος αρνείται να υλοποιήσει, εκτός αν του δοθεί η ευκαιρία να τους μετατρέψει σε καινούριες εστίες διαφθοράς, ενώ και οι κομματικές παρατάξεις καραδοκούν για να τους μετατρέψουν σε προπύργια κομματισμού. Δεν υπάρχει ελπίδα να υλοποιηθεί ένα τέτοιο πλάνο από το κράτος, παρά μόνο από την ατομική πρωτοβουλία. Ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί σημαντικά κονδύλια και ανθρώπινο δυναμικό με αταλάντευτη ηθική δέσμευση να μην παρασυρθεί από τις σειρήνες της διαφθοράς.

Το κυριότερο, τέτοια εγχειρήματα δεν έχουν την υποστήριξη της Ελληνικής κοινωνίας που έχει μάθει να είναι δέσμια της νοοτροπίας του ρουσφετιού και της διαφθοράς, του νεποτισμού και του κομματισμού. Όσο παραμένει προσκολλημένη σε αποτυχημένα μοντέλα και ιδεολογήματα, τόσο θα οδεύει προς την τριτοκοσμικότητα μέχρι την ιστορική της εξαφάνιση.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εναλλακτική διεύθυνση του Education in Greece.

Advertisements