Οι περιπτώσεις Τάσου Θεοφίλου και Ηριάννας Βασιλειάδη-Λιναρδάκη

Σίγουρα οι δύο αυτές περιπτώσεις χρήζουν ιδιαίτερης ανάλυσης, όμως προς το παρόν θα κάνουμε μία σύντομη αναφορά.

Σε αντίθεση με ότι πιστεύουν τα πρόβατα του αντιφασισμού, οι εγκληματικές ενέργειες των κάθε λογής αντιφασιστικών ομάδων δεν γίνονται για άλλο λόγο αλλά επειδή οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές το επιτρέπουν.

Εκτός αν κάποιος είναι τόσο αφελής (που στην περίπτωση των αριστεριστών μπορεί και να ισχύει) που να νομίζει πως διάφορες συμμορίες μπορούν να κυκλοφορούν ανενόχλητα σε κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων οπλισμένες και κάποιες φορές και με αστυνομική περιβολή και με αστυνομικά οχήματα(!) και να εγκληματούν με κάθε άνεση μέρα μεσημέρι και ακόμα και μπροστά στο Υπουργειο Προστασίας του Παρακράτους χωρίς ποτέ να υπάρχουν συλλήψεις ή αποδεικτικά στοιχεία.

Η αλήθεια είναι πως όλες αυτές οι ενέργειες είναι κατευθυνόμενες ή ελεγχόμενες. Η Κόκκινη Προβιά εξακολουθεί να δρα ανενόχλητα όπως έκανε τόσες δεκαετίες.

Το κράτος μπορεί να βρει ποιός γιαούρτωσε τον Αλαβάνο αλλά δεν μπορεί να βρει ποιοί σκότωσαν τον Γκιόλια ή ποιοί δολοφόνησαν τον Φουντούλη και τον Καπελώνη ή ποιοί έκαναν τις δολοφονικές επιθέσεις στο χώρο του Propatria ή στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στον Ασπρόπυργο ή στα κεντρικά γραφεία της Χρυσής Αυγής απέναντι από το Υπουργείο Προστασίας του Λαθροεποίκου;

Το παρακράτος γνωρίζει τους υπηρέτες του και τους προστατεύει ανάλογα. Κάποιες φορές όμως αποφασίζεται να “δοθεί” κάποιος για διάφορους λόγους. Το ποιοί είναι αυτοί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Μπορεί να πρέπει να δοθεί ένα μήνυμα στους ανυπάκοους ή να φορτωθεί σε κάποιον μια αστοχία ή και να δημιουργηθεί μια κατάσταση για να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη.

Όπως και να έχει, κάποιος από τους υπηρέτες του παρακράτους καταλήγει να συλλαμβάνεται. Μπορεί να είναι η “τυχαία” συνάντηση αστυνομικών με τον Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, ή κάποια ασαφής “καταγγελία” για τον Θεοφίλου, ή το γενετικό υλικό της Βασιλειάδη-Λιναρδάκη σε κάποιο όπλο λες και το χρησιμοποιούσε ως φαλλικό υποκατάστατο.

Οι δικαιολογίες αυτές δεν είναι ιδιαίτερα πειστικές. Τι να κάνουν όμως και οι αρχές; Μπορούν να παραδεχθούν πως γνωρίζουν τα πάντα, οπότε έχουν τα απαραίτητα στοιχεία και αποδείξεις στην κατοχή τους; Φυσικά και όχι, καθώς αυτό θα απεκάλυπτε τα πάντα.

Οπότε και χρησιμοποιείται κάποια δικαιολογία σαν τις παραπάνω που όσο γελοία και αν είναι δεν παύει να προσφέρει κάποια κάλυψη σε σχέση με την πραγματικότητα. Και εκεί που η πραγματικότητα θα γκρέμιζε σαν χάρτινο πύργο το σαθρό οικοδόμημα κράτους και παρακράτους, είναι προτιμότερο να ξεφτιλίζονται με αστεία κατηγορητήρια.

Αυτή είναι η αλήθεια πίσω από τις υποθέσεις της υποτιθέμενης στρεψοδικίας γύρω από τα ονόματα αυτά. Μόνο που εκτός από τους “αθώους κατηγορούμενους”, θα έπρεπε να κριθούν ως ένοχοι και όσοι συμμετέχουν στο γαϊτανάκι της Κόκκινης Προβιάς.

Advertisements